“Μόνο στον κορεσμό από την ψέυτικη απόλαυση, στην αηδία για τα προσφερόμενα, στην διαίσθηση για την ανεπάρκεια της ευτυχίας, ακόμη και όπου αυτή υπάρχει, πόσο μάλλον όταν την εξαγοράζει κανείς εγκαταλείποντας τις δήθεν νοσηρές αντιστάσεις υπέρ του θετικού της υποκατάστατου, θα ξεφύτρωνε η ιδέα για αυτό που θα μπορούσε κανείς να βιώσει.”
Ξεκινάμε από το γεγονός πως ό,τι ταλέντο και εξυπνάδα μπορεί να κατέχουμε, δεν την χρησιμοποιούμε με τρόπους που θα ωφελήσουν την ηθική αυτού του κόσμου και όσους προσπαθούν να μας παρασύρουν σε αυτήν. Ανήκουμε σε αυτούς τους ευτυχείς που κατάλαβαν, με το καλό ή και αλλιώς, πως δεν έχουμε τίποτα να περιμένουμε από την εργασία, τις συμβατικές σχέσεις, την Πολιτική και τα μακροχρόνια (λογιστικά) σχέδια.
Αξίζει παρόλα αυτά να θέσουμε τις δυνατότητες μας στην υπηρεσία του εαυτού μας, πέρα από καταστάσεις που έχουμε ζήσει ξανά και ξανά, που θέλουμε να αποφύγουμε, που μας βαλτώνουν, που δεν μας πηγαίνουν μπροστά.
Υπάρχει λόγος να συναντηθούμε; Μπορεί και όχι, αλλά διακρίνουμε πως ήδη συναντιόμαστε, συνηθως τα βράδια, ψάχνοντας τρόπους να επαναπροσδιορίσουμε κάποια αγωνία που μας τρώει.
Δεν υπάρχει άμεσος λόγος να ορίσουμε ένα συγκεκριμένο σχέδιο, μια λογική που θα μας μπλέξει σε ένα στρόβιλο αυτοκαθορισμού και απεύθυνσης. Υπάρχει όμως λόγος να ορίσουμε κάποια άλλα πράγματα: σχέσεις με άλλους, αναζητήσεις, δημιουργία και κραιπάλη, μεθύσι και λήθη, κρίσιμα μεγέθη, κανόνες και ξεπεράσματα, συνδυασμοί και μεταβολές. Το cognord είναι ένα λεξικό για τέτοιους ορισμούς.
Ξέρουμε πως τέτοιου είδους οράματα και βλέψεις συχνά βρίσκουν καταφύγιο σε καφενεία και δρόμους που θεωρούνται περιθωριακά. Μια τέτοια προσέγγιση μας αφήνει παγερά αδιάφορους. Η έννοια του περιθωρίου ορίζεται από το αντίθετο της (την σύμβαση δηλαδή), και η εξύμνηση των ζοφερών καταστάσεων της μοντέρνας ζωής ισοδυναμεί με την εξύμνηση του υπέροχου συστήματος που τις δημιουργεί. Και τα δύο μας φαίνονται αστεία, ειδικά σε έναν κόσμο που αρέσκεται να σκαρώνει τρόπους να ενσωματώσει τα πάντα στην απλόχερη δημοκρατία του.
Λειτουργούμε με την πεποίθηση ότι οι λέξεις δεν σημαίνουν πια τίποτα, αλλά αυτό συμβαίνει επειδή οι άνθρωποι που τις χρησιμοποιούν είναι σκάρτοι. Επιλέγουμε λοιπόν να δίνουμε τεράστια προσοχή στην δική μας χρήση.
Εννοείται πως η πόλη παραμένει το “θέατρο της ιστορίας”, και συνεπώς περιπλανιόμαστε (από ψηλά) μέσα σε αυτές με τον καλύτερο τρόπο που ξέρουμε: χωρίς δεσμεύσεις, εξερευνητικά, ξένοι προς όλα, αλλά και με την διάθεση και την ικανότητα να τις κάνουμε δικές μας.
Αν δεν μας οδηγεί το πάθος και η επιθυμία, ας τα παρατήσουμε όλα. Στην τελική ξέρουμε πως ό,τι καλύτερο και ό,τι χειρότερο παραχθεί από εμάς θα χρησιμοποιηθεί εναντίον μας.
Δυστυχώς για εμάς, και ευτυχώς για την κοινωνία του εμπορεύματος, οι υπάρχουσες εκφράσεις ανατροπής κραυγάζουν από έλλειψη φαντασίας και ύφους. Είναι πια ένας άχρηστος επίδεσμος πάνω σε μια πληγή που παραμένει ανοιχτή. Αναζητούμε το ξεπέρασμα τους.
Δεν υπάρχει πλέον η δυνατότητα να κατανοηθεί η ιστορική πραγματικότητα χωρίς μια γνώση της καθημερινής εμπειρίας. Η μεγάλη κατανάλωση αλκοόλ, στην οποία επιδιδόμαστε με μεγάλη επιτυχία, βοηθάει τόσο στην καλύτερη κατανόηση του υπάρχοντος, όσο και στην απόδραση από αυτό.
C.
Advertisements