Γειτονιά χ της μητρόπολης β, στην γωνία των οδών x και y, κάποια στιγμή, μέσα στην δεκαετία του 80. Στόχος η στέγαση των αναγκών της ανοικοδομούμενης πόλης, η οποία έμελε να γίνει η πόλη των νεόδμητων που κάποιοι θορυβιστές απαίτησαν την άμεση κατάρρευση τους. Αρχιτέκτων, ο πορτογάλος Alvaro Siza, που κλήθηκε να κατασκευάσει ένα κτίριο -όχι για να το κατοικήσουν ανθρώπινα όντα, αλλά, για να κατοικηθούν από αυτό. Ένας νεαρός προλετάριος, κατοικημένος από την τεχνική της απομόνωσης,  βγήκε ένα πρωινό στο μοναδικό παράθυρο από όπου έμπαινε ο λίγος ήλιος, έστρεψε τα νώτα στο κενό, και χαράσσοντας με μπογιά δύο λέξεις στο ψηλότερο σημείο του κτιρίου, υπέβαλλε με τον απλούστερο τρόπο την κριτική του στην πολεοδομία, την αλλοτρίωση, την μοναξιά: καλημέρα θλίψη. Ο Alvaro Siza αναγκάστηκε να παραδεχθεί ότι το κτίριο δεν προοριζόταν για κατοικία (προφανώς η απανθρωπιά είναι θεμιτή όταν στεγάζει την μισθωτή σκλαβιά) και έτσι όρισε ότι οι δύο αυτές λέξεις από μαύρη μπογιά πρέπει να παραμείνουν. Και παραμένουν, μέχρι σήμερα, για να μας θυμίζουν ότι οι κατοικίες μας είναι όμορα κτίρια με τα κάτεργα στα οποία περνάμε το υπόλοιπο του χρόνου μας.

Advertisements