“Δεν υπάρχει τίποτα που να μην είναι κατανοητό.”
Isidore Ducasse, Poesies, 1870
1.
Η δυσφήμιση έχει το επιδιωκόμενο μηντιακό αποτέλεσμα και η διάψευση είναι ομολογία. Αλλά την στιγμή που ο κατήγορος έχει ξεστομίσει τις πρώτες λέξεις, παρασέρνονται από άλλες. Μια μέρα όλοι θα έχουν 15 λεπτά κακή δημοσιότητα. Η αυλαία πέφτει. Τέλος της δίκης παρωδία.
2.
Ένα σκάνδαλο δεν μπορεί να διαψευστεί. Ο Τύπος και οι εκδότες δεν διαμορφώνουν την κοινή γνώμη, την αντικατοπτρίζουν, μιλώντας μονάχα για αυτά που είναι ήδη οικεία στον αναγνώστη, τα οποία έχουν φιλτραριστεί κοινωνικά. Μπορεί να επηρεάσουν τον αναγνώστη, αλλά από την στιγμή που το άρθρο δεν έχει καμμία σχέση με την ζωή του, πόσο βαθειά είναι αυτή η επιρροή; Πόσο αληθινή; Το κάθε σκάνδαλο είναι τόσο σημαντικό όσο και ο εκτροχιασμός ενός τρένου στην Κίνα: εκατον πενήντα νεκροί κινέζοι ίσον ένας χοντρός που έπεσε από την ταράτσα.
3.
Το μόνο σκάνδαλο που υπάρχει είναι η συνέχιση της κανονικής ζωής και όχι η διαφθορά. Γιατί είναι αυτή η φράση τόσο απαράδεκτη; Επειδή εκείνοι που εξανίστανται με τη διαφθορά δεν βλέπουν τίποτα το φρικτό στην καθημερινή, «κανονική» ζωή. Θέλουν μια κοινωνία με μειωμένες μισθολογικές διαφορές, ένα φιλικό, προς το καταναλωτικό κοινό, εμπορικό κέντρο, λωρίδες κυκλοφορίας για τα ποδήλατα, μια πιο διαδραστική τοπική κοινότητα, περισσότερα ντοκυμαντέρ από ότι διαφημίσεις, βιολογικά τρόφιμα και ζαπατίστικο καφέ. Με άλλα λόγια, έναν εμπορευματικό κόσμο με ανθρώπινο πρόσωπο. Για εκείνους που δεν έχουν καμμία κριτική της καθημερινότητας, σαν μια συγκεντρωτική έκφραση των σχέσεων παραγωγής και σαν τον κατεξοχήν χωροχρόνο της στέρησης, η φράση αυτή μοιάζει παράδοξη, σχεδόν σιχαμένη.
4.
Για εμάς, είναι ο τρόπος που βλέπουμε την καθημερινή ζωή που ορίζει το πώς βλέπουμε τα σκάνδαλα, και όχι το ανάποδο. Συνεπώς θα ήταν άχρηστο να ξεφτιλίσουμε τους άλλους για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν το κάθε σκάνδαλο την στιγμή που αυτό που μετράει είναι ο τρόπος που αντιμετωπίζουν την καθημερινή ζωή. Μια ανάλυση της διαφθοράς στα κυβερνητικά/επιχειρηματικά κλιμάκια δεν ήταν ποτέ κεντρικό ζήτημα.
5.
Αυτό που μας διαχωρίζει απο εκείνους που θα μας κατηγορήσουν, στην τελική, είναι ότι πιστεύουν πως αυτή η κοινωνία δεν μπορεί να είναι και τόσο χάλια. Πιστεύουν πως υπάρχει περισσότερη «ελευθερία» σήμερα από ότι το 1967, πιστεύουν πως τα ΜΑΤ είναι προτιμότερα από τα τάγματα ασφαλείας ή τους βασανιστές, ότι οι νεαροί προλετάριοι έχουν μεγαλύτερη καταναλωτική δύναμη από ότι είχαν πριν από 20 χρόνια. Εκεί ακριβώς εντοπίζεται και η δική μας αλαζονεία: δεν κάνουμε συγκρίσεις.
6.
Η κριτική μας δεν βασίζεται στα σκάνδαλα. Μέρα με τη μέρα, η πραγματικότητα που βιώνουμε αποδεικνύεται σκανδαλώδης, γίνεται καρικατούρα του εαυτού της. Σκάνδαλο είναι αυτό που ξαφνικά σοκάρει έναν κόσμο που δεν αντέχει την εικόνα του στον καθρέφτη.
7.
Ο πολιτισμός μας είναι πολύ πλούσιος σε φρίκες για να του επιτραπεί να ιεραρχήσει τα εγκλήματα του, αποφασίζοντας ποιά απο αυτά βρίσκονται εκτός νόμου και ποιά εντός. Ο κόσμος δεν κριτικάρεται λόγω των σκανδάλων αλλά λόγω της κανονικότητάς του. Μια μίζα στο υπουργείο πολιτισμού δεν είναι το κλειδί για να απορρίψουμε τη δικτατορία του χρήματος. Ούτε είμαστε ενάντια στην μισθωτή εργασία επειδή το αφεντικό έχει κρυφό λογαριασμό στην Ελβετία. Η διαφθορά, τα σκάνδαλα, ένας ιπτάμενος χοντρός και δυο τσογλάνια του δημοσιογραφικού κόσμου μπορεί να αποτελούν είδηση, αλλά δεν εξηγούν τον κόσμο που τους παράγει.
8.
Οποιοδήποτε ζήτημα κρίνεται από τις μεθόδους του. Η κοινωνική κριτική επιτίθεται σε τρόπους ζωής και σε θεσμούς. Η πολιτική της αποπομπής κάνει ακριβώς το αντίθετο: είναι χαλαρή απέναντι στους θεσμούς και σκληρή απέναντι στα άτομα. Καλεί σε “ηθο-κάθαρση”. Σε εξαγνισμό. Εξοστρακισμό των κακών. Ηδονίζεται να αποκαλύπτει ονόματα και απαιτεί και από τους άλλους να κάνουν το ίδιο. Ρουφιανεύει και αγαπάει τους ρουφιάνους. Προϋποθέτει ότι η κοινωνία θα ήταν καλύτερη χωρίς τον διεφθαρμένο επιχειρηματία, χωρίς τον νεοναζί ή αναρχικό εξτρεμιστή, χωρίς τον παιδόφιλο. Μια ιστορική αντίληψη στην οποία κοινωνικές δυνάμεις έρχονται αντιμέτωπες αντικαθίσταται απο μια σύγκρουση ανάμεσα στην κυβέρνηση και τη διαφθορά, ανάμεσα σε καλούς και κακούς δημοσιογράφους, ανάμεσα στους έντιμους και τους ανέντιμους επιχειρηματίες. Αυτό που μετράει είναι να είσαι με τους καλούς, να έχεις πληροφορίες “απο τα μέσα”, και να κάνεις αποκαλύψεις.
9.
Η αλήθεια δεν είναι ποτέ μυστική. Είναι ζήτημα κατανόησης και όχι αποκάλυψης. Έτσι, αχρηστεύει τον ρόλο του ειδικού. Ειδάλλως μόνο οι φυσικοί θα μπορούσαν να μιλάνε για την πυρηνική ενέργεια, και οι βιολόγοι θα ήταν οι μόνοι με το δικαίωμα να μιλάνε για την γενετική τροποποίηση: με άλλα λόγια, οι κοινοί θνητοί θα ήταν για πάντα καταδικασμένοι να αξιολογούν τις απόψεις των ειδικών, οι οποίοι είναι πάντα ένα βήμα πιο μπροστά. Η κοινωνική κριτική είναι βασισμένη σε γεγονότα τα οποία δεν είναι απλά, αλλά θεμελιώδη και κατανοητά απο τον καθένα. Το “μυστικό” είναι πως δεν υπάρχει κανένα μυστικό.
10.
Ο χειρότερος ειδικός είναι αυτός που ειδικεύεται στις αποκαλύψεις: “Πίστευε στο Αδύνατο”: οι θεωρίες συνομωσίας ξεκινάνε από το γεγονός ότι τα πάντα κρύβουν το αντίθετο τους. Προϋποθέτουν ότι υπάρχει μια ψευδής αλήθεια και εκείνοι που την παράγουν. Ανίκανοι να καταλάβουν την ουσία της κοινωνικής συνθήκης -να εργαζόμαστε, να αγοράζουμε, να πουλάμε, να πηγαίνουμε εκεί που μας λένε οι μπάτσοι να πάμε- ξεσκεπάζουν “το ντοκουμέντο” το οποίο υποτίθεται θα αποκαλύψει την αυθαιρεσία του αφεντικού, την διαφθορά του υπουργού, τον ύποπτο λογαριασμό του δημοσιογράφου, τη κρυφή σεξουαλική ζωή του παπά, τον υπερβάλλοντα ζήλο των αστυνομικών. Είτε αποκαλύπτει το παρακράτος, την σχέση των μπάτσων με τους φασίστες, την προσπάθεια μονιμοποίησης μιας υπαλλήλου ενός υπουργείου ή την άδικη προφυλακισή της, αυτή η προσέγγιση διαπλέκει αποσπασματικά γενονότα. Όποιο μυαλό πιστεύει στην κάθαρση, βραχυκυκλώνει.
11.
Για διακόσια χρόνια υπάρχει μια κοινή αντιδραστική άποψη που περιγράφει την κοινωνία ως σάπια αλλά με υγιή θεμέλια. Η πολιτική ως αποπομπή, από όπου και αν προέρχεται, προϋποθέτει μια φωτισμένη ελίτ ικανή να προειδοποιήσει τα απολωλότα πρόβατα ενάντια σε αυτούς που τους διαφθείρουν. Ποιά η διαφορά του να λές πως “ο γενικός γραμματέας του υπουργείου πολιτισμού έπαιρνε μίζες” από το να λές οτι “η κυβέρνηση θα πατάξει την διαφθορά”; Προερχόμενες απο τα ίδια στόματα, οι φράσεις αυτές απλά συντελούν στην περαιτέρω διασπορά και κυριαρχία της σύγχυσης. Άσε που μετατρέπουν το κάθε καθίκι σε έγκριτο δημοσιογράφο.
12.

Είναι τελείως παράλογο να περιμένουμε από κόσμο που δεν ενδιαφέρεται καθόλου για τις ιδέες μας γενικά να μας καταλάβει στο συγκεκριμένο ζήτημα.

Advertisements