Αγαπητό cognord,

στον αχό των ασταμάτητων προαναγγελιών που μας ενημερώνουν για τους θριάμβους της κυρίαρχης κοινωνίας στο πεδίο της συντριπτικής, ενεργητικής εξουσίας, στο ακαθάριστο εθνικό προϊόν, στις εκμοντερνισμένες κρίσεις, τα εκλεπτυσμένα κομπιούτερ και τις τόσες άλλες ευχάριστες αφαιρέσεις, είναι εύκολο να αγνοήσει κανείς επιμελώς ένα συγκεκριμένο φαινόμενο απίστευτης σημασίας: η παγκόσμια οργάνωση της κοινωνίας που προχωράει με φοβερή ταχύτητα, έχει καταφέρει στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα να καταργήσει τα έξι από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα (ή αλλιώς, για να το θέσω με όρους πιο κατανοητούς σήμερα, ένα ποσοστό της τάξεως του 86%). Θα το αποδείξω μέσα σε λίγες φράσεις […]:

Η έπαρση είναι μια έννοια ξεχασμένη από τον ψηφοφόρο, τον οδηγό του αυτοκινήτου, τον μολυσμένο τηλεθεατή, τον κάτοικο μιας εργατικής κατοικίας και τον εκδρομέα της εθνικής οδού. Κανένας, ο οποίος έχει αποδεχθεί να επιβιώνει με αυτόν τον τρόπο, δεν μπορεί ούτε να ελπίζει ότι κάποια στιγμή θα νιώσει την φευγαλέα εμπειρία της αίσθησης της έπαρσης.

Η απληστία δεν έχει πλέον βάση παρά για ελάχιστους ανθρώπους. Ο μισθωτός εργάτης δεν έχει την δυνατότητα να μαζέψει παρά ελάχιστα χρήματα, η αξία των οποίων διαρκώς μεταβάλλεται.

Η λαγνεία έχει εξαφανιστεί από παντού, μαζί με την απώλεια πραγματικών προσωπικοτήτων και πραγματικού γούστου. Η λαγνεία έχει αποσυρθεί μπροστά στην πλημμύρα της ιδεολογίας που είναι προφανώς αναληθής, ψυχρή προσομοίωση και κωμική προσποίηση ενός ρομπότ με αυτοματοποιημένο πάθος.

Η λαιμαργία έχει παραδώσει τα όπλα της μπροστά στα ευρήματα της βιομηχανίας επεξεργασίας τροφίμων. Επιπλέον, ο θεατής -εδώ όπως και στο θέατρο- δεν θεωρεί πλέον τον εαυτό του ικανό να κρίνει την γεύση αυτού που τρώει. Καθοδηγείται από τα ερεθίσματα που απεικονίζονται στα ονόματα μοδάτων πιάτων, στην διαφήμιση και στην κρίση της γαστρονομικής κριτικής.

Η οργή αν και έχει τόσους πολλούς λόγους ύπαρξης δεν εκφράζεται σχεδόν καθόλου και  αποσυντίθεται μέσα στην γενικευμένη δειλία και παραίτηση. Με κάθε σεβασμό αλλά, έχει ο ψηφοφόρος το δικαίωμα να εκνευρίζεται με το τελικό αποτέλεσμα κάποιας εκλογικής αναμέτρησης, το οποίο στην πραγματικότητα είναι πάντα το ίδιο, και συνεπώς εντελώς προβλέψιμο και εγγυημένο; Ενώ προβάλλει μια απογοητευμένη και εξευτελισμένη αθωότητα, ο ψηφοφόρος είναι σε κάθε περίπτωση ένοχος. Δεν μπορεί να νιώθει θυμό παρά μόνο για τον εαυτό του και αυτή είναι μια δυσάρεστη θέση την οποία θέλει να αποφύγει με κάθε τρόπο.

Η τεμπελιά δεν είναι πλέον εφικτή: υπάρχει πάρα πολύς θόρυβος παντού. Και η κατάσταση είναι ακόμα χειρότερη για εκείνους που βιάζονται να πάνε στην δουλειά ή στις διακοπές τους. Η τεμπελιά είναι μια ευχαρίστηση που ανήκει σε εκείνη που είναι χαρούμενη για τον εαυτό της και την παρέα της. Οι μοντέρνες χώρες έχουν έναν αυξημένο αριθμό ανέργων και άλλων που εργάζονται παράγοντας παντελώς άχρηστα πράγματα. Αλλά δεν μπορούν να επιτρέψουν την τεμπελιά σε κανέναν: δεν είναι αρκετά γενναιόδωρες για κάτι τέτοιο.

Θα μπορούσε κάποιος να προβάλλει αντιρρήσεις και να πει πως αυτή η απεικόνιση, παρά την προφανή της αλήθεια, είναι υπερβολικά συστηματική γιατί η πραγματικότητα στην ιστορία είναι πάντα διαλεκτική και πως μονάχα μια φτωχή σχηματοποίηση μπορεί να παρουσιάσει όλα τα θανάσιμα αμαρτήματα να καταδικάζονται στην ίδια μοίρα. Η παρατήρηση αυτή δεν ευσταθεί: δεν έχω ξεχάσει καθόλου την ζηλοφθονία, η οποία επιβιώνει παρά τις αντιφάσεις και η οποία είναι ο πραγματικός κληρονόμος όλων των άλλων κατεστραμμένων δυνάμεων.

Η ζηλοφθονία έχει μετατραπεί σε αποκλειστικό και καθολικό κίνητρο. Η ζηλοφθονία πάντα ξεκινούσε από το γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι μετρούσαν τον εαυτό τους με βάση μια κοινή κλίμακα.  Πολύ συχνά, αυτή η κλίμακα ήταν η εξουσία και το χρήμα. Πέρα από αυτό το κοινό περιοριστικό μέτρο, η πραγματικότητα παραμένει πολύπλευρη και αυτοί που δεν ενδιαφέρονται και πολύ για εξουσία και πλούτη προφανώς και είναι προστατευμένοι από την ζηλοφθονία. Από την άλλη όμως, κάποιοι ζηλόφθονοι μπορεί να είναι πάντα σε αντιπαλότητα με άλλους στις σφαίρες δραστηριότητας τους. Ένας ποιητής μπορεί να φθονεί έναν άλλο ποιητή. Και τέτοιου είδους φθόνος μπορεί να εκφραστεί και από έναν στρατηγό, μια πόρνη, έναν ηθοποιό ή έναν ιδιοκτήτη μπαρ. Αλλά οι πιο πολλοί άνθρωποι σήμερα δεν προκαλούν την ζήλια κανενός. Σήμερα, που οι άνθρωποι δεν έχουν πια τίποτα και δεν αγαπάνε τίποτα, θέλουν τα πάντα, χωρίς να υποτιμάνε και το αντίθετο. Ο κάθε θεατής ζηλεύει σχεδόν όλους τους σταρ. Αλλά μπορεί ταυτόχρονα να ζηλεύει και τα ιδιαίτερα γνωρίσματα όλων των σταρ. Αυτός που έχει την κενότητα της αναζήτησης μιας καριέρας, και που συνεπώς είναι ελάχιστα ικανοποιημένος από αυτήν την καριέρα (πάντα υπάρχουν άλλοι πιο ψηλά από αυτόν), έχει επίσης και την τιμή και ευχαρίστηση να τον θεωρούν οι άλλοι ως κάποιο παρεξηγημένο, ανυπότακτο και “καταραμένο”. Και καθώς το κυνήγι του ανέμου είναι μάταιο, όλοι οι σημερινοί κερατάδες είναι καταδικασμένοι να τρέχουν συνέχεια. Αγνοώντας την πραγματική ζωή, δεν καταλαβαίνουν πως σχεδόν όλα τα ιδιαίτερα γνωρίσματα των ανθρώπων εδραιώνονται από τον αναγκαστικό αποκλεισμό των υπολοίπων ανθρώπων.

Μπορεί κανείς να καταλάβει εύκολα τον θρίαμβο της ζηλοφθονίας, την ανεξέλεγκτη συγχώνευση της ραδιενεργούς καρδιάς της και τον διασκορπισμό της παντού. Τα θανάσιμα αμαρτήματα που έχουν εξαφανιστεί αφορούν τα ιδιαίτερα γνωρίσματα του ατόμου που δρα για τον εαυτό του (ή, στην περίπτωση της τεμπελιάς, που προτιμά να μην δρα καθόλου). Αλλά η ζηλοφθονία είναι το μοναδικό γνώρισμα που αφορά τους άλλους. Είναι λοιπόν φυσικό να παραμείνει μόνη, να διασκεδάζει και να τσιγκλάει αυτούς που έχουν χάσει τα πάντα. Στον αιώνα μας, αυτή είναι η αποχαυνωτική μονοτονία την οποία δεν επιτρέπεται κανείς να ξεχάσει.

Παλιότερα, ο Cesar Borgia δεν φθονούσε τον Μιχαήλ Άγγελο, ο Φρειδερίκος ο 2ος δεν φθονούσε τον Βολταίρο και ο κ. Θιέρσος σίγουρα δεν σκέφτηκε ποτέ να φθονήσει τον Μπωντλαίρ. Πιο πρόσφατα, ο κ. Τσουκάτος δεν αρνήθηκε την ικανοποίηση του να κάνει ευρέως γνωστό πως θαυμάζει τον Γκυ Ντεμπόρ. Και ας μην ξεχνάμε πως δεν είναι λίγοι εκείνοι που φθονούν ανοιχτά την κουλτούρα και την ποιότητα των τοποθετήσεων των συντακτών του cognord.

Advertisements