Στα πλαίσια του “παρατηρώ την ζωή”, και ευρισκόμενος στην άδεια στάση ενός τρόλλευ περιμένοντας τον οδηγό να ρουφήξει το τσιγάρο του, αποφασίζω να του ξεκινήσω την κουβέντα. Αποφάσισα δηλαδή να διευρύνω την σκοπιά μιας συνδιαλλαγής που συνήθως περιορίζεται στις φράσεις “πας πλ. Αττικής;”. Να κάνω και εγώ, ρε παιδί μου, μια επιτόπια “εργατική έρευνα”.
Ξεκινάω λοιπόν και τον ρωτάω “πως πάνε τα πράγματα;”. Απλά και κοινότυπα. “Άσε,” μου απαντάει, “χάλια. Να, έχουμε βγάλει και αφίσες που τα εξηγούν όλα.” (Η αφίσα έλεγε κάτι του στυλ “μας κόβουν τα πάντα”.) “Κινητοποιήσεις θα κάνετε για αυτά;” Συνεχίζω στο ίδιο ύφος. “Ναι, βέβαια, αλλά πρέπει να ενωθούμε όλοι. Να σου πω την αλήθεια, θα έπρεπε τώρα να είμαστε όλοι έξω από την βουλή και να τα κάνουμε πουτάνα..!”. Πετάγεται μια από δίπλα, λέει “Ντεν βγκαίνει τίποτα έτσι.” “Κι όμως,” συνεχίζει ο οδηγός, “αν πηγαίναμε όλοι μαζί θα μπορούσαμε να πετύχουμε τα πάντα…”. “Σαν οδηγοί, πιο είναι το μεγαλύτερο σας πρόβλημα;” ρωτάω, μπας και καταφέρω να εισχωρήσω λίγο στη σκέψη του. “Θα σου πω. Να πας και μόνος σου να τα δείς. Να πας ένα πρωί να πάρεις το 12 που ξεκινάει από την Νίκαια και φτάνει μέχρι την Πλ. Αττικής. Να δείς εκεί τι γίνεται. Κάθε μέρα το τρόλλευ είναι γεμάτο πακιστανούς και μαύρους που κουβαλάνε όλες τις αρρώστιες του κόσμου!”……..
Λίγες μέρες μετά, περπατάω στο δρόμο και πετυχαίνω διαδήλωση εργαζομένων των ΜΜΜ. Κατευθύνονται στο Σύνταγμα, όπου, όπως πληροφορεί από την ντουντούκα ο επικεφαλής, θα παραδωθεί ψήφισμα στον υπουργό. (Φαντάζομαι ότι τα ψήφισμα θα του λέει κάτι για την μανούλα του). Ξεκινάει η πορεία, πάω και εγώ. Επιτόπιας έρευνας συνέχεια. 
Φτάνει η πορεία στο Σύνταγμα, περνάει από το υπουργείο, συνεχίζει. ‘Ωπα, ρε παιδιά, τώρα δεν είπατε ότι… Ο επικεφαλής ξεχάστηκε μάλλον, συμβαίνουν αυτά. Κάποιοι όμως εργαζόμενοι δεν το ξέχασαν. Και στρίβουν κατά πάνω των μπάτσων που φυλούσαν την είσοδο. Εκείνη την στιγμή, οι επικεφαλής θυμήθηκαν ότι είχαν ένα ψήφισμα να δώσουν (αυτό για την μανούλα του υπουργού) και έσπευσαν να μπουν μπροστά. Παραλίγο να δημιουργηθεί ένταση. Και λέω μέσα μου: Αχά! Ιδού μια μικρογραφία εργασιακής σύγκρουσης, να οι λανθάνουσες αρνήσεις του συνδικαλισμού, επιτέλους μια live κόντρα μεταξύ “απλών εργαζομένων” και “αλητών, λέρων, εργατοπατέρων.” Κάθονται λίγη ώρα εκεί, κοιτιούνται με τα ΜΑΤ, διάφοροι εργαζόμενοι γύρω-γύρω αρχίζουν πηγαδάκια και σχόλια για τα ΜΑΤ (“να αυτός με την φυσούνα σου ρίχνει μια, και φσιιιτ”, “αν πάμε όλοι μαζί μπορούμε να τους σπρώξουμε”, “πάμε ρε να μπούμε μέσα” κτλ κτλ). Οι επικεφαλής έχουν πάει από την άλλη. Οι εργαζόμενοι περιμένουν. Μαζί και εγώ. Περνάει η ώρα. Γυρνάει κάποιος κάποια στιγμή και λέει, “Αρκετά! Οι συνδικαλιστές είναι οργανωμένοι στο ΠΑΣΟΚ και μας κοροϊδεύουν. Να αποφασίσουμε τώρα για συνέχιση της απεργίας. Δεν φεύγουμε από εδώ αν δεν γίνει αυτό. Δεν έχει άλλο αύριο και αύριο. Τώρα! Σκατά στο ΠΑΣΟΚ!” Χειροκροτήματα. Εγώ, επειδή έχω και κακή διάθεση, έχω αρχίσει και αναρωτιέμαι. Μα καλά, όλοι αυτοί καθημερινά δεν ζούνε με αυτή την συνδικαλιστική λέρα; Δεν ξέρουν ότι τους κοροϊδεύουν; Έπρεπε να φτάσουν έξω από το υπουργείο, στο αμήν, για να το πάρουν απόφαση; Τόσο καιρό τι κάνουν; Εφόσον έχουμε μάθει από μικροί οτι σημασία έχει η καθημερινή εργασιακή τριβή, αυτή είναι που ορίζει την προλεταριακή συνθήκη, η ίδια η στιγμή της παραγωγής, της εργασίας και της οργάνωσης της είναι που καθορίζει το “κάτι τούτον” της ταξικής αναπαραγωγής… Όλοι αυτοί γιατί κάθονται εδώ μπροστά και συμπεριφέρονται σαν να γνωρίστηκαν προχθές το βράδυ σε κάποιο μεθυσμένο πάρτι; Προς τι αυτά τα σχόλια για τα ΜΑΤ; Πρώτη φορά στην ζωή τους κατεβαίνουν σε πορεία; Πρώτη φορά συμβαίνει η συνδικαλιστική τους ηγεσία να τους “προδώσει”; Και τελικά τι ακριβώς προδίδει αυτή η αναθεματισμένη ηγεσία, αφού -για να λέμε και την αλήθεια- δεν κάνετε βρε παιδιά και τίποτα μόνοι σας…
Με τα πολλά, η πορεία έφυγε. Ούτε απεργία αποφασίστηκε, ούτε το ψήφισμα δόθηκε (έστειλαν από το υπουργείο μια παρατρεχάμενη να το πάρει και οι εργαζόμενοι θίχτηκαν), ούτε το ΠΑΣΟΚ έφαγε τίποτα σκατά. Έφτασε έξω από την βουλή, εκεί κάποιοι θυμήθηκαν να σταματήσουν λίγο και να μουτζώσουν, και λίγο ο ήλιος που με είχε βαρέσει, λίγο η βαρεμάρα της απραξίας, λίγο τα νεύρα μου έφυγα και εγώ.
Λίγο πιο κάτω ένας ημίτρελος που κουβαλούσε πέντε κομπολόγια, αλλά συνομιλούσε φιλικά με τα ΜΑΤ, άρχισε να βροντο-φωνάζει ότι οι αλβανοι και οι μαύροι έχουν καταστρέψει την χώρα…
Με αυτά και με αυτά, σκέφτηκα λίγο μετά: ξοδεύουμε τόνους φαιάς ουσίας να αναλύουμε το τάδε και δείνα πολιτικό σκεπτικό, την παραδώθε οικονομική ανάλυση, την λανθασμένη στρατηγική στην τάδε πορείας, τις παπαριές των αριστερών,  τα λάθη των αντι-εξουσιαστών, μπλα μπλα μπλα. Έχουμε ξεχάσει νομίζω να αφιερώσουμε και λίγο χρόνο σε αυτή την ανύπαρκτη, άβουλη μάζα των περιφερόμενων “απλών εργαζόμενων”, την παθητική τους βλακεία, το εκνευριστικό της ιδιοτέλειας τους. Να μιλήσουμε με υπαρκτά γεγονότα και να σταματήσει η αναφορά σε αυτούς λες και είναι τίποτα μεταφυσικά υποκείμενα με υπερδυνάμεις που εμφανίζονται μια στις τόσες… 
Θα μου πει κάποιος (εύλογα) “μα καλά, από δύο μαλακίες καθημερινές ιστορίες βγάζεις συμπεράσματα για τα πάντα.” Ναι θα πω, γιατί μερικές φορές, στον κωλόκαιρο που ζούμε, αυτές οι καθημερινές ιστορίες είναι το μόνο που σου μένει στο μυαλό όταν η νύστα ολοκληρώνει μια μέρα. 
Βαρεθήκα. Βαρέθηκα να βαριέμαι. Βαρέθηκα να σκέφτομαι ότι “να, κάτι γίνεται” ή “μοιάζει να αλλάζει λίγο το κλίμα” κτλ κτλ. Βαρέθηκα να περιμένω. Αν είναι να έρθει κάτι ας έρθει, αλλιώς ας μας προσπεράσει, όπως μοιάζει να έχει προσπεράσει και η Ιστορία αυτή την γωνιά του κόσμου όπου έχουμε την ατυχία να ζούμε.
Μερικές φορές, φτάνει μια απλή κίνηση (όπως του πιτσιρικά της φωτο) για να έρθουν τα πάνω κάτω, για να μας θυμίσει ότι είμαστε άνθρωποι. Μέχρι τότε (και αντιγράφω κάτι που μου άρεσε), νιώθεις σαν να “να σε γαμάνε πανταχόθεν και να το ονομάζουν εγκατάλειψη της εσωστρέφειας.”
Advertisements