Θα ήταν ανώφελο να ακολουθήσει ένα λογίδριο που να καταγράφει τους τρόπους μέσω των οποίων τα σημερινά μπαρζ (bars) είναι ανίκανα να στεγάσουν τις επιθυμίες μας. Έχουν ειπωθεί πολλές φορές και έχουν διερευνηθεί άλλες τόσες τα χίλια μύρια αίτια για αυτήν την κατάντια. Ταυτόχρονα, ας μην ξεχνάμε ότι και η αντίληψη που μας θέλει μακριά από τα μπαρζ επίσης χάνει έδαφος.
Είναι χαρακτηριστικό της ελληνικής (υπό)παιδείας και (υπό)κουλτούρας το γεγονός ότι τίποτα δεν μπορεί να υπάρξει σε αυτό τον τόπο χωρίς να σημαίνει και κάτι άλλο. Χωρίς να είναι “και καλά”. Δεν την γλιτώνεις με τίποτα, το έχουμε καταλάβει αυτό. Αν ανήκεις στην κατηγορία των ανθρώπων που συχνάζουν στα μπαρζ (για οποιοδήποτε λόγο), είσαι αλλοτριωμένος και υπέρ της αλλοτρίωσης. Αν είσαι από εκείνους που προτιμάνε τα παγκάκια, τις πλατείες, τους πεζοδρόμους κτλ είσαι από γραφικός έως και λίγο γελοίος. Εάν είσαι στην περίεργη και ύποπτη κατηγορία που καταγράφει την παρουσία της εκατέρωθεν, τότε απλά τα ακούς και από τους μεν και από τους δεν. Είπαμε, δεν την γλιτώνεις.
Είναι εξίσου ανώφελο να επιχειρηματολογήσει κανείς για την κάθε επιλογή. Δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος να υπερασπιστεί κανείς τόσο τα μπαρζ ή τις πλατείες. Και τα δύο ανήκουν σε ένα φαντασιακό το οποίο δεν επιδέχεται παρουσιάσεις και δικαιολογίες. Η νύχτα είναι νύχτα και η επιλογή να την περάσεις στο ένα ή το άλλο μέρος υπαγορεύεται από ανάγκες, τυχαιότητα και διάθεση. Ποτέ από ιδεολογική κατάρτιση. Συνεπώς, όσοι ηθικολογούν υπέρ της μίας ή της άλλης επιλογής μπορούν να σταματήσουν να μας μιλάνε, γιατί έτσι κι αλλιώς δεν τους δίνουμε σημασία.
Με αυτά και με αυτά όμως, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ότι το φαντασιακό που λέγεται μπαρ έχει φτάσει σε έναν κορεσμό. Πέρα από την αηδιαστική ομοιομορφία, την επαναλαμβανόμενη κοινοτυπία, τις τιμές που καλείσαι διαρκώς να διαπραγματευτείς για να νιώσεις άνθρωπος και όχι ζώον, και την αδικαιολόγητα εκκωφαντική και κατά βάση προσβλητική μουσική σε μπαρ-τρύπες, πρόσφατα συναντήσαμε μια κατάσταση (ambiance) η οποία μας έκανε σοβαρά να σκεφτούμε για το μέλλον αυτού του κόσμου. 
Υπάρχει σε ένα μικρό στενό αυτής της ταλαίπωρης πόλης μια στοά. Στην αρχή αυτής της στοάς, αντικριστά και σε κάθε γωνία, με απόσταση λίγων μέτρων αναμεταξύ, υπάρχουν δύο μπαρζ. Το κάθε ένα από αυτά έχει τραπεζάκι-μπάρα και καρέκλες μέσα στην στοά. Χωρίς να διακινδυνεύεις κάποια υπερβολή, μπορείς να πεις ότι οι θαμώνες του ενός μπαρ βρίσκονται σε απόσταση αναπνοής από εκείνους του άλλου. Υπό άλλες συνθήκες, με μια δυναμική αφαίρεση, θα μπορούσε να πει κανείς ότι μια τέτοια κατάσταση ευνοεί τις εφήμερες γνωριμίες. “Και καλά”. Στην πραγματικότητα,  και με έναν τρόπο που δυσκολεύεσαι να κατανοήσεις εάν δεν συμβαίνει επίτηδες, το αντίθετο ακριβώς κυριαρχεί. Όχι απλά η γνωριμία μεταξύ αγνώστων απαγορεύεται, αλλά και η απλή συνομιλία μεταξύ των φίλων/εραστών που βρίσκονται εκεί έχει καταργηθεί. Πως το καταφέρανε αυτό το μηδενικό; Πολύ απλά. Το κάθε μπαρ (και υπενθυμίζουμε ότι η απόσταση μεταξύ τους είναι ελάχιστα μέτρα) παίζει τσίτα, τέρμα, φουλ, μουσική. Διαφορετική. Και από το ένα αυτί, και από το άλλο. Ακόμα και αν υποθέσουμε ότι σου αρέσει η τσίτα μουσική, ακόμα και αν τύχει να σε ευχαριστεί η μουσική επιλογή του κάθε βλαχο-dj, δεν γίνεται να την ακούσεις. Ακούγεται, με την ίδια ένταση, μουσική από το άλλο μπαρ. Τόσο απλά. 
Επιλέγουμε με κάποια συγκίνηση και στεναχώρια ταυτόχρονα να αποκαλέσουμε αυτή την συνθήκη “σημείο μηδέν του πολιτισμού”, και αυτό γιατί ενσαρκώνει με αριστοτεχνικό τρόπο ό,τι είναι στραβό σε τούτο τον κόσμο: την απαγόρευση της επικοινωνίας, την εμπορευματική εκμετάλλευση της αίσθησης του εγκλεισμού (και μάλιστα σε ανοιχτό χώρο!), την γενικευμένη σύγχυση, την αντιμετώπιση των ανθρώπων σαν να είναι αγελάδες και την αποδοχή αυτού από τις αγελάδες-πελάτες, και την υποβάθμιση κάθε έννοιας του ανθρώπινου. 
Θεωρούμε σημαντική προσφορά στην ιστορία την διενέργεια συνεντεύξεων με τους θαμώνες και τους δημιουργούς αυτού του σημείου μηδέν, μόνο και μόνο, αν θέλετε, για να καταγραφούν οι εντυπώσεις και οι επιθυμίες μιας μερίδας ανθρώπων που, χωρίς ίσως να το έχουν καταλάβει, βρίσκονται στο προνομιακό σημείο να εκφράζουν τόσο εύγλωττα την παρακμή της κοινωνίας. Μιας κοινωνίας, τελικά, που συνεχώς μας θυμίζει ότι η μοναδική της επιθυμία που εκφράζεται συλλογικά είναι η επιθυμία να πάει για ύπνο.
Advertisements