«…δεν έχω δει ποτέ ύπαρξη με τέτοια αφηρημένη περιφρόνηση σαν του μόνου ανθρώπου.»

Παλιότερα, δεν υπήρχε επιτακτικός λόγος για να ξεκινήσει μια σοβαρή συζήτηση πάνω στην βία. Η βία του χώρου ήταν πάντα μειοψηφική, και συνεπώς μικρού βεληνεκούς. Οι καφρίλες κρύβονταν γρήγορα, ή αλλιώς, ξεμπροστιάζονταν αμέσως. Δεν δικαιολογούνταν, θάβονταν. Ξεχνιόντουσαν, αν θέλετε, απέναντι στην πολλαπλασιασμένη βία που δεχόμασταν. Δεν υπήρχε καν στο λεξιλόγιο η έννοια της “παράπλευρης απώλειας”. Ο εχθρός ήταν συγκεκριμένος, εμείς λίγοι.

Ποιος/α πιστεύει πλέον ότι μπορούμε να μιλάμε με τους ίδιους όρους; Στο φαντασιακό του χώρου δεν έχει απλά εισαχθεί στο καθημερινό λεξιλόγιο η “παράπλευρη απώλεια”, έχει γίνει και πράξη. Έχουμε χάσει το δικαίωμα να ιεραρχούμε την βια, να θεωρητικοποιούμε την αντίσταση με όρους “αντί-βίας”.

Προφανώς και η αυτοάμυνα (ενεργητική ή παθητική) απέναντι στις δολοφονικές ορδές της αστυνομίας ή και των φασιστών παραμένουν στο πλευρό της αντί-βίας. Αλλά η εξίσωση τελειώνει κάπως απότομα εκεί. Ποιος μπορεί στα σοβαρά να πει πως η διάχυτη αντί-κοινωνική βία στις διαδηλώσεις είναι δικαιολογήσιμη ως αντί-βια; Απέναντι σε ποιόν; Στους άλλους διαδηλωτές; Πως μπορεί να δικαιολογηθεί μια marfin; Πως μπορεί να μιλάει κανείς για αντί-βια όταν προσπαθώντας να αντιμετωπίσει ένα υπαρκτό πρόβλημα πρέζας καταλήγει να εξαπολύει κυνηγητά στα πρεζάκια της πλατείας; Που βρίσκεται το μέτρο της αντί-βιας όταν παρέες από τσογλάνια ισοπεδώνουν κόσμο γιατί έτσι γουστάρουν; Αντί-βια και το να αφήσεις έναν μαγαζάτορα με σπασμένο σαγόνι, να μην μπορεί να φάει χωρίς καλαμάκι για 4 μήνες; Αντί-βία μήπως και οι φέρμες στα γύρω στενά των Εξαρχείων; Αντί-βια τελικά και η παρέα των μπράβων/τραμπούκων που ξεχύθηκαν προχτές για να δείξουν ποιοι είναι οι μάγκες; Τα μαχαιρώματα; Καμένες πωλήτριες και πελάτες της λαϊκής; Πόσες καφρίλες μπορούμε να θυμηθούμε έτσι στα γρήγορα;

Πάνω στο πτώμα μιας φετιχιστικής ιδεολογίας της βίας, που πουλάνε μερικοί με το κιλό εδώ και χρόνια, έχει στηθεί ένα πανηγύρι με ένα σωρό ζόμπι. Και η κατάσταση έχει φτάσει στο μηδέν. Και αν η ευθύνη βαραίνει πρώτα από όλους τα ζόμπι τα ίδια που ξερνάνε μισανθρωπισμό με κάθε βρομερή τους ανάσα, υπάρχει και η υπόγεια ευθύνη εκείνων που τόσο καιρό, μέχρι και σήμερα, σιγοντάρουν, κλείνουν το μάτι και σφυράνε κλέφτικα σε μια “άγρια νεολαία” που δεν θα αργήσει να τους βγάλει τα μάτια. Οι εφηβικές ονειρώξεις πήραν σάρκα και οστά και βγήκαν παγανιά. Τα όνειρα μας δεν έγιναν εφιάλτες τους, αλλά δικοί μας.

Ο μηδενισμός δεν είναι μια παρεξηγημένη ιδεολογία κάποιων ξεχασμένων Ρώσων, ή το αποκούμπι κάποιων που βρήκαν σε αυτό το κενό μια δυνατότητα να συμπληρώσουν ένα κακοχωνεμένο ιδεολόγημα. Μηδενισμός είναι αυτό που ζούμε καθημερινά. Είναι το σκοτείνιασμα στα βλέμματα όταν κάθε νέο είναι χειρότερο από το προηγούμενο. Είναι το να βαφτίζεις την αντί-κοινωνικότητα “επαναστατικό σχηματισμό”. Είναι, από μόνη της, η ασταμάτητη αναφορά στην λέξη “επανάσταση” και “επαναστάτης”, λες και ζούμε τις τελευταίες μέρες της τσαρικής Ρωσίας. Είναι η διαρκής δικαιολόγηση κάθε μαλακίας λες και μιλάμε για κάποιο ουδέτερο καιρικό φαινόμενο. “Ας προσέχουν οι περίεργοι” προειδοποιούσε κάποια ανάληψη ευθύνης για βόμβα. Ξέρετε, όπως λέμε “μπορεί να βρέξει αύριο … κράτα ομπρέλα.”

Όσο και αν ουρλιάζει σε κάθε ευκαιρία πως κάτι τέτοιο δεν ισχύει, ο χώρος δεν είναι παρά μια αντανάκλαση της υπαρκτής κοινωνίας. Και όσο η ευρύτερη κοινωνία αρνείται να αντισταθεί στον κανιβαλισμό ισχυροποιώντας τον, τόσο ο χώρος θα αντικατοπτρίζει αυτό το άσχημο προσωπείο. Δεν είναι η κάθε μαλακία “επαναστατική” ή ανατρεπτική μόνο και μόνο επειδή έχουμε την αξιοζήλευτη πνευματική διαύγεια να κολλήσουμε την λέξη αναρχία δίπλα της. Και όσο και αν θέλουμε να πιστεύουμε πως δεν είναι όλος ο χώρος έτσι, η μεταφυσική πίστη αυτή χάνει έδαφος κάθε μέρα, όχι γιατί όλοι συμμετέχουμε στην διόγκωση αυτής της ανυπαρξίας, αλλά γιατί συμπεριφερόμαστε σαν να μην συμβαίνει. Μέχρι να συμβεί σε κάποιο “δικό μας”. Σαν ευέξαπτες στρουθοκάμηλοι, θάβουμε το κεφάλι μας βαθιά στην φαντασιακή μας ανοησία, και αν τύχει και περάσει κανείς και μας ρίξει και μια από πίσω, “ε, δεν γαμιέται, και εμείς κάπως έτσι ήμασταν πιτσιρικάδες.” Έτσι;

Advertisements