Αναμφισβήτητα, υπάρχουν τεράστια προβλήματα σε σχέση με την πρόσφατη κινητοποίηση στο Σύνταγμα και αλλού. Τα πιο σημαντικά έχουν ήδη παρατηρηθεί σε πληθώρα δημοσιεύσεις και συζητήσεις, και αφορούν περισσότερο στην ανάδειξη πως ο όρος “απολιτίκ” είναι βαθιά πολιτικός. Η επίσημη γλώσσα των κινητοποιήσεων αρνείται με επιφανειακό τρόπο αυτό που είναι αφηρημένα κατανοητό ως “παραδοσιακή πολιτική” (κόμματα, σύμβολα, αντιπαραθέσεις, κτλ), επιβεβαιώνοντας ταυτόχρονα και με φοβερή δύναμη έννοιες και συμπεριφορές απελπιστικά πολιτικές που όμως αποκτούν διαστάσεις μεταφυσικές ακριβώς επειδή εμφανίζονται μυστικοποιημένες -ως κάτι άλλο από αυτό που πραγματικά είναι. Η έννοια της Ελλάδας και του Έλληνα/Ελληνίδας, η έννοια της δημοκρατίας, η άρνηση να αντιληφθείς την ενασχόληση με το κοινωνικό γίγνεσθαι ως μια σειρά από συγκρούσεις, η άκριτη αποδοχή εννοιών όπως προδοσία, διαφθορά κτλ. Και σίγουρα μπορεί να υποστηρίξει κανείς πως η αντίληψη της οικονομικής κρίσης και της απο-νομιμοποίησης της πολιτικής που βιώνουμε, μυστικοποιείται εξίσου αν γίνεται κατανοητή ως αποτέλεσμα  διεφθαρμένων πολιτικών. Αυτονόητο είναι, και το  έχουμε ξαναπεί, πως δεν είμαστε ενάντια στο χρήμα επειδή το αφεντικό έχει κρυφό λογαριασμό στην Ελβετία.

Όμως (αντιγράφοντας μια φορά ακόμα έναν νεαρό σιτού) η κάθε άρνηση βεβαιώνεται κάπου αλλού. Και όσο και αν είναι εύκολο να εντοπιστούν οι αρνήσεις, άλλο τόσο δυσκολευόμαστε να αναγνωρίσουμε την βεβαίωση από την οποία προέρχονται ή στην οποία καταλήγουν.

Ακούμε και διαβάζουμε λοιπόν πως βασική κριτική στους αγανακτισμένους αποτελεί το γεγονός ότι το κάλεσμα τους έγινε μέσω του facebook. Πραγματικά πρόκειται περί σκανδάλου. Είναι όντως απογοητευτικό να οργανώνεται μια συγκέντρωση μέσω του facebook, με όλη την αλλοτρίωση και την ψευδο-επικοινωνία που συνεπάγεται τούτο το μέσο του σατανά. Πάλι καλά που υπάρχει το indymedia και τα χιλιάδες blogs που μας δίνουν την δυνατότητα, αληθινά και αδιαμεσολάβητα, να κριτικάρουμε μέχρι τελικής πτώσης την μοντέρνα αποστείρωση που προκύπτει από το διαδίκτυο…

Παρατηρήσαμε πως ανάμεσα στους εχθρούς των κινητοποιήσεων επικρατεί και η άποψη ότι το ετερόκλητο του πλήθους είναι ενδεικτικό της ασυναρτησίας του. Δυσκολευόμαστε να οριοθετήσουμε αυτή την κριτική σε σωστό πλαίσιο. Και αυτό γιατί δεν είναι σαφές ποιο ακριβώς, και με τι όρους, είναι το αντίθετο του ετερόκλητου, ή τέλος πάντων πως ορίζεται το συνεκτικό ενός πλήθους. Γιατί εμείς δεν έχουμε δει συνοχή ούτε στις απεργιακές κινητοποιήσεις (και εκεί εμφανίζονται κατά καιρούς ελληνικές σημαίες), ούτε και στον ίδιο τον χώρο. Και ίσως είναι καλύτερα και έτσι, γιατί (χωρίς καμία διάθεση μεταμοντέρνας μπουρδολογίας) η έννοια της συνοχής στους κοινωνικούς αγώνες, στον βαθμό που παραμένει αρνητική (δηλαδή ορίζει απλά το αντίθετό της) περπατάει έναν επικίνδυνο μονοπάτι. Ας το πούμε και αλλιώς: δεν είμαστε ενάντια στην συνοχή, αλλά είναι αναγκαστικό να την ορίσεις. Ειδάλλως παραμένει μεταφυσική και προϊόν της παλιάς πολιτικής. Αναζητά να εξομαλύνει τις συγκρούσεις για να εμφανιστεί ενωτική, αλλά στην διαδρομή παρασέρνει την κριτική αντίληψη και την σέρνει αλυσοδεμένη πίσω από το κάρο μιας κοινότητας οριζόντιου ελέγχου. Και συνεπώς δεν διαφέρει από την τζούφια, ντεμεκ αντίληψη του “όλοι μαζί είμαστε” των αγανακτισμένων. Απλά μετατοπίζει το κέντρο βάρους σε άλλα φαντασιακά σχήματα: είμαστε όλοι μαζί γιατί είμαι εδώ με τους φίλους μου, την παρέα μου, την πολιτική μου ομάδα, την ιδεολογία μου.

Μια άλλη κατηγορία που είδαμε να εκφράζεται ενάντια στους αγανακτισμένους “εν χορώ”, είναι πως δεν προσφέρουν καμία εναλλακτική πρόταση για την κρίση και αρκούνται σε γηπεδικού τύπου συνθηματολογίες. Σωστό. Πάλι καλά που έχουμε την αριστερά και τον αναρχικό χώρο και τις εμπεριστατωμένες αντιλήψεις περί κρίσης. Θα ήταν πραγματικά κρίμα τέτοιες βαθυστόχαστες και διεισδυτικές αναλύσεις που τόσο καιρό επεξεργάζεται η αριστερά και ο χώρος να πάνε χαμένες επειδή οι “αγανακτισμένοι” του συντάγματος τις αγνοούν επιδεικτικά.

Σημαντικό ρόλο έχει παίξει το γεγονός πως μεγάλη μερίδα διάφορων τσογλανιών των ΜΜΕ έχουν αγκαλιάσει τους “αγανακτισμένους”. Και σίγουρα αυτή η στάση είναι ενδεικτική κάποιων πραγμάτων. Αλλά δεν νιώθουμε ότι αυτό φτάνει σαν γεγονός για να καταδικάσει εξ’ ολοκλήρου το φαινόμενο. Η διαφωνία έχει περισσότερο να κάνει με μια αντίληψη για τα ΜΜΕ παρά με τους “αγανακτισμένους” καθ’ εαυτούς. Στα πλαίσια της ευρύτερης από-νομιμοποίησης των ΜΜΕ, τα διάφορα τσιράκια προσπαθούν να προσεγγίσουν μια κοινωνία που τους φτύνει καλλωπίζοντας τις ασχημόφατσες τους. Και μέχρι στιγμής, δεν έχει κανένα λόγο, ούτε ο Πρετεντέρης, ούτε και κανένας άλλος, να εναντιωθεί έμπρακτα σε ό,τι συμβαίνει. Αλλά θεωρούμε λάθος να λαμβάνεται αυτό το γεγονός ως κριτήριο για την αντίληψη μας ως προς τις κινητοποιήσεις, αν μη τι άλλο λόγω της μικρής χρονικά διάρκειας τους. Αν πιστεύουμε πως τα ΜΜΕ ουδέποτε εξέφρασαν την πραγματικότητα αδιαμεσολάβητα, γιατί ξαφνικά δεχόμαστε τις αντιλήψεις τους τοις μετρητοίς; Είναι δεδομένο πως αν οι κινητοποιήσεις αυτές αποκτήσουν με τον χρόνο χαρακτηριστικά διαφορετικά, παρεκτραπούν από το ειρηνικό τους προσωπείο, και κατασταλλούν από το Κράτος (όπως έγινε και στην Βαρκελώνη), όλα τα ΜΜΕ θα πάψουν να τις σιγοντάρουν. Η αλλαγή αυτή όμως δεν έχει να κάνει με τα ΜΜΕ αλλά με διεργασίες που θα συμβούν στο εσωτερικό της κινητοποίησης. Εκεί βρίσκεται ο πυρήνας μιας βάσιμης κριτικής.

Αξίζει άραγε να ασχοληθεί κανείς με τις κατηγορίες περί του μη-βίαιου χαρακτήρα των κινητοποιήσεων; Ίσως μόνο και μόνο για να επαναληφθεί πως η βία δεν είναι ζήτημα αρχών. Δεν έχει απολύτως κανένα νόημα να είσαι κατά της βίας, όπως δεν έχει εξίσου και κανένα απολύτως νόημα να είσαι υπέρ της. Η βία είναι ένα μέσο, με συγκεκριμένα αποτελέσματα, το οποίο χρησιμοποιείς ή όχι ανάλογα με τις περιστάσεις και ανάλογα, πάνω από όλα, με το περιεχόμενο το οποίο προσπαθείς να προωθήσεις. Είναι τελείως αδιάφορο και άκυρο να υποστηρίζει κανείς την βία γενικά, όπως και να την απεχθάνεται γενικά. Προφανώς, εάν οι κινητοποιήσεις στο σύνταγμα φτάσουν σε ένα επίπεδο που θα πρέπει να αποφασίσουν αν θα τους σπάσουν τα κεφάλια ανενόχλητα ή αν θα αντισταθούν, το ζήτημα θα έχει άλλη βαρύτητα. Και προφανώς είναι προβληματικό να ανοίγει μια διαδικασία κλείνοντας ζητήματα με βάση αφηρημένες και -ίσως- αντιδραστικές αρχές. Αλλά θεωρούμε εξίσου προβληματικό να κριτικάρεται το ξεκίνημα μιας κινητοποίησης με βάση το γεγονός πως δεν έχει βίαια χαρακτηριστικά. Μια τέτοια κριτική φλερτάρει με την βία ως αυτοσκοπό, και απλά επαναφέρει έναν φετιχισμό που είναι τόσο αδιάφορος όσο και η μη-βίαιη ιδεολογία.

Ενδιαφέρον έχει και ο τρόπος που οι κινητοποιήσεις των “αγανακτισμένων” κριτικάρονται επειδή αρνούνται τα κόμματα και τον συνδικαλισμό. Εδώ ο χώρος θυμήθηκε ξαφνικά πως καλή η κριτική στα κόμματα και στο συνδικαλισμό, αλλά μονάχα όταν την κάνουμε εμείς. Γιατί αλίμονο, μια κριτική σε αυτές τις συμμορίες που εμείς δεν έχουμε πάψει να κράζουμε, ενδέχεται να εμπεριέχει και μια ιστορική άρνηση των εργατικών αγώνων και των επιτυχιών τους. Η μετατόπιση είναι εμφανής: σωστή η κριτική, λάθος τα υποκείμενα που την εκφράζουν. Εμείς, και μόνο εμείς, έχουμε το μονοπώλιο της κριτικής σκέψης.

Κάπου εδώ βρίσκεται για εμάς η ρίζα του προβλήματος: η κριτική που γίνεται στους “αγανακτισμένους” έχει ως αφετηρία και ως τερματισμό τον κάθετο και συμπαγή καθορισμό ενός συγκεκριμένου υποκειμένου το οποίο βρίσκεται πίσω από τις κινητοποιήσεις. Εδώ αρχίζουν και εδώ τελειώνουν όλα. Από την στιγμή που έχουμε ορίσει το υποκείμενο που δραστηριοποιείται, ό,τι και να κάνει θα είναι λάθος. Ακόμα και αν κάνει κάτι το οποίο μοιάζει τόσο πολύ το γαμημένο σε αυτά που κάνουμε και εμείς. Όπως και να έχει, οι “αγανακτισμένοι” παραείναι πρόσφατο φαινόμενο για να έχει οριοθετημένα υποκείμενα. Και ο μόνος λόγος που βλέπουμε εμείς για να τους κριτικάρει κάποιος σαν να είναι όντως οριοθετημένα υποκείμενα, είναι επειδή έχει ήδη μια άποψη διαμορφωμένη για οποιονδήποτε δεν ανήκει στο συνάφι του.

Ο ορισμός και η κριτική ενός υποκειμένου, και συνεπώς της κοινότητας που δημιουργεί στην δραστηριοποίηση του, είναι ταυτόχρονα και ένας αρνητικός ορισμός της κοινότητας από την οποία προέρχεται η κριτική. Συγνώμη λοιπόν σύντροφοι, αλλά κάτι έχετε υπολογίσει λάθος. Τα λάθη και τα προβλήματα των “αγανακτισμένων” είναι υπαρκτά και φανερά. Αλλά δεν φτάνουν για να εξιλεώσουν ούτε την αριστερά ούτε και τον χώρο, ειδικά δε όταν πολλά από αυτά ανήκουν στην ίδια σφαίρα, και προκύπτουν αναγκαστικά από την οποιαδήποτε κοινωνική δραστηριοποίηση και τις αντικειμενικές συνθήκες που την περιβάλλουν.

Όσον αφορά τους αριστερούς και αναρχικούς που συμμετέχουν ενθουσιασμένοι στις κινητοποιήσεις, ένα κοινό μοιάζουν να συμμερίζονται: ότι συμμετέχουν για να μην επιτρέψουν στους φασίστες να καπελώσουν, ότι συμμετέχουν γιατί νιώθουν πως άνθρωποι με εμπειρία και γνώσεις πάνω στην πολιτική μπορούν να συνεισφέρουν προς στην σωστή κατεύθυνση, ότι συμμετέχουν, εν τέλει, για να διαδώσουν τις σωστές ιδέες.

Εδώ συναντιούνται οι κριτές και οι υποστηρικτές των αγανακτισμένων: κοινός τόπος και των δύο η αλαζονεία ότι εμείς έχουμε βρει την άκρη την σωστή, και είτε απέχουμε κατηγορώντας τους υπόλοιπους ότι δεν την έχουν πάρει χαμπάρι εδώ και χρόνια, είτε συμμετέχουμε για να τους την μεταδώσουμε. Η αντίληψη ίσως να αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα αν υποστηρίζεται από μια πραγματικότητα πέρα από τον εαυτό μας και το φαντασιακό που έχουμε οικοδομήσει. Με κάποιες αξιώσεις, δηλαδή, αντικειμενικότητας. Αλλά αν και υπάρχουν τέτοια στοιχεία στον ανατρεπτικό χώρο, στην μέχρι στιγμής αντιμετώπιση των “αγανακτισμένων” δεν τα συναντήσαμε πουθενά.

Advertisements