Πριν από δύο χρόνια ήταν σαν ανέκδοτο: δεν υπήρχε περίπτωση, αστειευόμασταν μεταξύ μας, να μετατραπούν οι μετανάστες σε αποδιοπομπαίο τράγο για την κρίση. Ανεξαιρέτως της σύγχυσης και την θολούρας, σχεδόν οι πάντες μπορούσαν να οριοθετήσουν τα αίτια της κρίσης κάπου ανάμεσα στους τραπεζίτες, τα κράτη, το χρηματοπιστωτικό σύστημα, τα μπόνους των στελεχών, ίσως ακόμα και σε κάποια συστημικά χαρακτηριστικά του καπιταλισμού. Πως θα μπορούσε οποιοσδήποτε δεν ανήκει στους αυστραλοπίθηκους των φασιστικών ομάδων να γυρίσει στα σοβαρά, να κοιτάξει έναν πακιστανό που σπρώχνει χαρτομάντηλα, και να εντοπίσει εκεί τα αίτια της οικονομικής κρίσης; Κι όμως. Η εξαφάνιση της λογικής ακολουθεί από ότι φαίνεται την ίδια κατιούσα με τους μισθούς και την υπομονή.

Έχει νόημα να αναλύσει κανείς τον ευθέως φασιστικό λόγο της κυβέρνησης ως τέτοιο; “Οι μετανάστες αποτελούν κίνδυνο για την δημόσια υγεία”. Έτσι απλά. Χωρίς προσχήματα. Και χωρίς απάντηση. Εάν μια βόλτα στις εφημερίδες και τα κανάλια δεν πείθει για το μέγεθος της μετατόπισης του δημόσιου λόγου, μια απλή βόλτα στο κέντρο της πόλης φτάνει για να νιώσεις ότι εκείνο που αποτελούσε κάποτε το μεμονωμένο ρατσιστικό σχόλιο μιας ημίτρελης στο τρόλλευ έχει γίνει κοινό τόπος για ένα υπολογίσιμο μέρος του πληθυσμού σε αυτή την κωλοχώρα.

Σωστά. Δεν έχει σημασία ότι σου κόβουν τον μισθό, τα επιδόματα, ότι αυξάνονται οι τιμές, ότι αδυνατείς να τα βγάλεις πέρα. Δεν έχει σημασία πως αν πας στο νοσοκομείο δεν θα έχουν, όχι φάρμακα, ούτε και σύριγγες για σένα. Δεν έχει σημασία πως οι τόνοι των σκουπιδιών της καταναλωτικής φτώχιας επιβαρύνουν μια ήδη υποτιμημένη ύπαρξη. Δεν έχει σημασία πως το αυτοκίνητο, που με τόσο καμάρι βλέπουμε τον γείτονα να γυαλίζει κάθε κυριακή, μας έχει κάνει να μην μπορούμε να αναπνεύσουμε, να μυρίσουμε, να απολαύσουμε μια στιγμή ησυχίας. Δεν έχει καμία σημασία πως όλη μας η ζωή έχει μετατραπεί σε ένα ατελείωτο σκουπιδότοπο απελπισίας, αγανάκτησης και παραίτησης. Όχι, αυτή η δυσωδία δεν ενοχλεί τα ευαίσθητα ρουθούνια των αγαπητών συμπολιτών μας. Τους ενοχλούν οι μετανάστες. Τελεία και παύλα.

Υπάρχουν σοβαροί τρόποι να αναλύσει κανείς αυτή την κατάντια. Θα μπορούσε να κάνει μια αξιοζήλευτη ανάλυση με αξιώσεις βιο-πολιτικής θεωρίας, και να μιλήσει για την επικράτηση του φόβου ως συνεκτικό στοιχείο της κοινωνίας. Θα μπορούσε να αναφέρει πως όταν τα μεσαία στρώματα προλεταριοποιούνται, και αδυνατούν να αντιδράσουν σε αυτή τη συνθήκη, βγάζουν όλο το μίσος προς εκείνους που, κοινωνικά κατώτεροι, αντιπροσωπεύουν μια εικόνα από το μέλλον τους. Θα μπορούσε ακόμα καλύτερα να αναφερθεί στον εθνικό λόγο που έχει αγκαλιάσει το ίδιο το “αντι-μνημονιακό” μπλοκ, που μας έχει ζαλίσει τον έρωτα εδώ και 2 χρόνια για ξεπουλήματα, προδοσίες, κατοχικές κυβερνήσεις και συναφείς μαλακίες. Θα μπορούσε, μια μεγάλη ευστοχία, να ξεφτιλίσει σύσσωμη την αριστερά που όταν πήρε χαμπάρι πως ο εθνικός λόγος έχει στατιστική άνοδο, αποφάσισε να σιγοντάρει, μπας και τσιμπήσει κανά ψήφο στον επόμενο πλειοδοτικό διαγωνισμό απατεωνιάς που λέγεται “εκλογές” από κανέναν απογοητευμένο πατριώτη.

Όπως και να το δει κανείς, το αποτέλεσμα είναι ίδιο. Η αναφορά στο έθνος, είτε φοράει αριστερό είτε δεξιό μανδύα, προϋποθέτει την ύπαρξη μιας κοινότητας που έχει κοινά συμφέροντα. Θα περάσει πολύς καιρός ακόμα για να γίνει κατανοητό ότι δεν έχει ουσιαστικά καμία διαφορά αν η εθνική σου ταυτότητα σε κάνει να μισείς τους μετανάστες ή σε ωθεί να βρίζεις πολιτικούς και μπάτσους ως προδότες και δοσίλογους.

Ίσως κάναμε λάθος όταν υποτιμούσαμε τον εθνικό λόγο στις κινητοποιήσεις των τελευταίων 2 χρόνων. Η σημαία, η αναφορά σε εθνική προδοσία, το “τούρκοι” ως συνοδευτικό βρισιάς στους μπάτσους. Ίσως όλα αυτά να μην εξέφραζαν μια απέλπιδη προσπάθεια ενός εξατομικευμένου υποκειμένου να νιώσει μέρος μιας συλλογικής δύναμης. Ίσως στην πραγματικότητα να ήταν η έκφραση μιας υπαρκτής και νοηματοδοτημένης κοινότητας, την οποία εμείς υποβιβάζαμε θεωρητικά, παριστάνοντας πως δεν υπήρχε. Ζήσαμε στιγμές όμως που μέσα στις ποικίλες αντιφάσεις που συναντούσαμε στον δρόμο, εκεί που δρούσαν τα υποκείμενα, βλέπαμε μια αν μη τι άλλο αδιαφορία απέναντι σε ό,τι συγκροτεί την εθνική ενότητα. Χωρίς να παλέψουμε για αυτό. Σήμερα πρέπει να κάνεις αγώνα για να αντισταθείς στον βούρκο της εθνικής ταυτότητας.

Ας είναι. Αν η συνύπαρξη με το συλλογικό υποκείμενο μας χάρισε κάποιες από τις καλύτερες στιγμές που ζήσαμε εναντίον αυτού του κόσμου, δεν είναι η αγάπη μας προς την κοινωνία που μας κάνει εδώ και καιρό να παίζουμε το μεγάλο παιχνίδι με την ελευθερία.

Advertisements