1.

Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τον φασισμό με όρους ψυχολογίας. Οι φασίστες της Χρυσής Αυγής, και οι περίπου 430.000 ψηφοφόροι τους, είναι μια υπαρκτή κοινωνική δυναμική, όχι μια συλλογική παράνοια. Και όσο και αν είναι διασκεδαστικό να βρίσκει κανείς (χωρίς καμία δυσκολία) μια σειρά από κοινωνικά ερείπια που στηρίζουν τους φασίστες, μια τέτοια προσέγγιση δεν μας βοηθάει να καταλάβουμε ούτε αυτούς, ούτε και τους απαραίτητους τρόπους καταπολέμησης τους.

2.

Η κοινωνική διάσταση της φασιστικής ανόδου έχει μια κοινή συνιστώσα: αυτή δεν σχετίζεται ούτε με τον ναζισμό τους, ούτε με τον ξεκάθαρο αντισημιτισμό τους, ούτε με τις black metal ανησυχίες τους. Μοναδικό σημείο που συνενώνει την κοινωνική τους βάση είναι η στοχοποίηση των μεταναστών.

3.

Το μίσος αυτό δεν είναι καινούριο. Αλλά σίγουρα δεν θα είχε καταφέρει να φτάσει σε τέτοια επίπεδα κοινωνικής αποδοχής, εάν δεν στηριζόταν άμεσα από έναν κρατικό μηχανισμό που ορίζει το μεταναστευτικό αποκλειστικά και μόνο με όρους υγειονομικής βόμβας, οροθετικής εσωτερικής απειλής, στρατοπέδων συγκέντρωσης και εγκληματικότητας. Αν θέλουμε να βρούμε τους πρωταρχικές αιτίες της διάχυσης και αποδοχής του ρατσιστικού μένους, δεν χρειάζεται να κοιτάξουμε πέρα από τους υπουργούς της προηγούμενης κυβέρνησης.

4.

Σε ένα εμφανές δημόσιο πεδίο, οι συνυπάρχουσες εξουσίες εμφανίστηκαν να αντιδρούν με την άνοδο των φασιστών. Το Βήμα πρωτοστατούσε στον «αντιφασιστικό» αγώνα, περιοδεύοντας ανάμεσα σε κουτσομπολιά και πολιτικές αναλύσεις, ενώ έγκριτοι δημοσιογράφοι και πολιτικάντηδες προέτρεπαν τον λαό να απομονώσει τις «ακραίες» αντιλήψεις. Ο στόχος αυτής της προσέγγισης είναι σαφής: η μια απειλή (της από-νομιμοποίησης της πολιτικής που γεννήθηκε μέσα από το κίνημα ενάντια στα μέτρα λιτότητας) να εξουδετερωθεί από την εμφάνιση μιας άλλης (της φασιστικής).

5.

Από την άλλη, ένα άλλο κομμάτι των υπερασπιστών των σημερινών κοινωνικών σχέσεων διασκέδαζε με τον «εξτρεμισμό» των φασιστών, κλείνοντας το μάτι σε μια ιστορική εξέλιξη που προτάσσει την βίαιη αντιμετώπιση εκείνων που ο καπιταλισμός έχει αρχίσει να πετάει στα Τάρταρα. Είναι ξεκάθαρο πως όσο η στοχοποίηση των μεταναστών συνένωσε τα χειρότερα αντανακλαστικά μιας κοινωνίας που καταρρέει, άλλο τόσο θα προσπαθήσει να δώσει συνοχή όταν τα βλέμματα στραφούν στον επόμενο εσωτερικό εχθρό.

6.

Είναι αστείο και θλιβερό να περιμένει κανείς από την αριστερά να δράσει. Η αριστερά ούτε μπορεί, αλλά ούτε και έχει σκοπό, να αντιμετωπίσει αυτή την συνθήκη με ουσιαστικούς όρους αντιπαράθεσης. Εγκλωβισμένη στα θεσμικά πλαίσια που υπερτόνισε ο εκλογικός οργασμός, δεν κάνει άλλη δουλειά από το να επικαλείται την ανάγκη έννομης τάξης και αστυνομικής προστασίας, αδιαφορώντας υποκριτικά για τα επαναλαμβανόμενα περιστατικά που αποδεικνύουν την συμμετοχή/απάθεια των μπάτσων στις επιθέσεις αυτές.

7.

Αν ο αντιφασισμός ήταν στόχος μιας ριζοσπαστικής κριτικής στο παρελθόν, αυτό συνέβαινε επειδή ξεκινούσε από μια διαστρέβλωση: αντί να επιτεθεί στην κοινωνία που γεννάει μορφώματα όπως η Χρυσή Αυγή, υπερασπίζεται αυτή ακριβώς την κοινωνία εναντίον της Χρυσής Αυγής. Αυτό κάνει και η αριστερά σήμερα: ζητάει από το κράτος να επιβάλλει την τάξη ενάντια στους φασίστες, μυστικοποιώντας με αυτό τον τρόπο και το κράτος και τους φασίστες.

8.

Η αναγκαιότητα να κινηθούμε άμεσα απέναντι και ενάντια στην φασιστική εξάπλωση μας αναγκάζει να αποκτήσουμε μια σχετική διαύγεια τόσο για το φαινόμενο όσο και για την δική μας θέση. Και αν το συνδετικό στοιχείο της φασιστικής επέλασης αυτή τη στιγμή αφορά τους μετανάστες, είμαστε αναγκασμένοι να επεξεργαστούμε τόσο την συγκρότηση του εθνικού υποκειμένου (και της βίαιης έκφρασης του), όσο και την άρνηση του.

9.

Το εθνικό υποκείμενο έχει πολυδιάστατα χαρακτηριστικά. Ξεκινάει από τον αποβλακωμένο χρυσαυγίτη αλλά φτάνει μέχρι και τον light αριστερό πατριώτη που εκφράζει την πρόσφατη καπιταλιστική αντεπίθεση με όρους απώλειας της εθνικής κυριαρχίας. Κοινό σημείο είναι η αφαίρεση που ονομάζεται εθνική κοινότητα. Στην πρώτη περίπτωση αυτή απειλείται από τους μετανάστες· στην δεύτερη περίπτωση από το ξένο κεφάλαιο και την Μέρκελ. Η κάθε κοινότητα συγκροτείται μέσω του αποκλεισμού.

10.

Όποιοι και αν είναι οι εχθροί, η κοινή συνιστώσα του εθνικού λόγου παραμένει: εμείς, οι ‘Ελληνες. Ο εθνικός λόγος συνενώνει και μυστικοποιεί τις πραγματικές κοινωνικές σχέσεις και επιβάλλει μια αφαίρεση που έχει τρομακτική υλική δύναμη: αφεντικά και μισθωτοί, βιομήχανοι και άνεργοι, δεξιοί και αριστεροί, όλοι κάτω από την ίδια γαλανόλευκη ομπρέλα.

11.

Αν μας λείπει κάτι, αυτό είναι μια ουσιαστική κατανόηση του «αντεθνικού υποκειμένου». Πως συγκροτείται αυτό, και τι πρακτική έκφραση έχει πέρα από την ιδεοληψία του «εθνικού προδότη»; Πέρα από την «αντεθνική προπαγάνδα», υπάρχει μια πρακτική εφαρμογή αυτής της «προδοσίας»; Όσο και αν μας προκαλεί χαρά να βροντοφωνάζουμε συνθήματα ενάντια στην εθνική ενότητα, ακριβώς επειδή προκαλεί το μίσος των απέναντι, η αλήθεια είναι πως το «αντεθνικό» παραμένει λόγος και όχι πράξη.

12.

Ο αντεθνικός χαρακτήρας κομματιών του ριζοσπαστικού χώρου παραμένει ιδεολογικός, και συνεπώς επιφανειακός, ειδικά εφόσον την ίδια στιγμή υπερασπίζεται εθνικό-απελευθερωτικά κινήματα, το «δικαίωμα κάθε λαού στην αυτοδιάθεση», ή ακόμα ρέπει προς έναν ιδιόμορφο αναρχο-μπολσεβικισμό που παλεύει να εδραιώσει τον εαυτό του ως ιστορικό διάδοχο του «τιμημένου ΕΑΜ-ΕΛΑΣ».

13.

Η (πιο πλούσια σε ριζοσπαστικά στοιχεία) προσέγγιση που λέει πως το να είναι κάποια/ος ελληνίδα/ας αποτελεί μια εξ’αντικειμένου συνθήκη υπεροχής και προνομίων, είναι χρήσιμη ώστε να αποδομήσουμε την δική μας κοινωνική θέση όταν αντιμετωπίζουμε το ζήτημα. Αλλά είναι εξίσου σημαντικό να καταλάβουμε πως μια τέτοια οπτική, στα λογικά της συμπεράσματα, σου στερεί την δυνατότητα πρακτικής απόρριψης. Πως παύει να είναι κάποια/ος ελληνίδα/ας; Είναι σαφές πως δεν αρκεί ούτε να το επιλέξεις, ούτε να το φωνάζεις στις πορείες. Ούτε και να κάψεις μια ελληνική σημαία.

14.

Αν αρνούμαστε τον εθνικό λόγο και την κοινότητα που δομεί, αυτό δεν έχει κανένα νόημα στον βαθμό που παραμένει μια καλύτερη ιδέα. Η άρνηση ξεκινάει επειδή βιώνουμε τον εθνικό λόγο ως μια προσπάθεια να ταυτιστούμε με τα αφεντικά μας, να συρθούμε πίσω από ένα άρμα που μυστικοποιεί τις εκμεταλλευτικές ταξικές σχέσεις που μας κάνουν και εξεγειρόμαστε. Να αποδεχτούμε με λίγα λόγια την κοινωνική μας θέση, εντός -και για χάρη- ενός μεγαλύτερου (εθνικού) συνόλου.

15.

Μια αφηρημένη προλεταριακή θέση απέναντι στον εθνικό λόγο όμως μετατρέπεται σε ιδεολογία και είναι συνεπώς άχρηστη. Αντίθετα με τις ιαχές μας, κάποιοι προλετάριοι έχουνε πατρίδα.

16.

«Όποτε αντιμετώπισαν την διάθεση του κεφαλαίου να μεταχειρίζεται την εργασία ως μια αδιαφοροποίητη μάζα χωρίς ατομικότητα, πέραν της δυνατότητας της να αυξάνει την παραγωγή αξίας, οι προλετάριοι εξεγέρθηκαν. Σχεδόν πάντα στήριξαν, ή δημιούργησαν εκ νέου, μια σειρά από διαχωρισμούς (ηλικίας, φύλου, εθνικότητας, γεωγραφικής ιδιαιτερότητας) για να πιέσουν το κεφάλαιο να τους μεταχειρίζεται με ξεχωριστό τρόπο. Κατά συνέπεια, η πατριαρχία, ο ρατσισμός και ο πατριωτισμός/σοβινισμός είναι ενδογενή χαρακτηριστικά του διεθνούς εργατικού κινήματος […] και συνεχίζουν να υπάρχουν με την μια ή την άλλη μορφή στις περισσότερες προλεταριακές ιδεολογίες ή οργανώσεις.» (Arrighi)

17.

Το γεγονός πως το κεφάλαιο αντιμετωπίζει τους προλετάριους ως μια ομογενοποιημένη κοινωνική τάξη που μοναδικό λόγο ύπαρξης έχει την παραγωγή αξίας, δεν σημαίνει πως και οι προλετάριοι αποδέχονται αυτή την ομογενοποίηση. Όσο η δόμηση και αποδόμηση της εργασίας θα υποτιμάει την αξία της και θα γεννάει ανταγωνιστική πίεση στους προλετάριους, τόσο θα συνεχίζεται η χάραξη μη-ταξικών διαχωρισμών και ορίων ως μια βάση αυτό-προστασίας.

18.

Είναι απαραίτητο να αποτάξουμε κάθε μεταφυσική αντίληψη για τους προλετάριους (μετανάστες ή ντόπιους). Όπως και οι υπόλοιποι προλετάριοι, οι μετανάστες, γενικά και αόριστα, δεν είναι ούτε αδέρφια μας, ούτε θύματα, ούτε οικογενειάρχες, ούτε και μικροαστοί. Οι μετανάστες, γενικά και αόριστα, είναι αντιφατικά υποκείμενα, όσο και εμείς. Είναι συντηρητικοί, όσο και εμείς. Είναι μαχητικοί, όσο και εμείς.

19.

Δεν υπάρχει κανένας άλλος τρόπος να αντιμετωπιστεί ο εκφασισμός παρά μονάχα μέσω της πρακτικής δημιουργίας μιας υλικής κοινότητας συμφερόντων που θα αντισταθεί τόσο στην υποτίμηση της ζωής μας όσο και στον εθνικό λόγο που μας παρασύρει στην βαρβαρότητα.

Advertisements