Παρατηρώντας την Ελλάδα από το εξωτερικό, θα μπορούσε κάλλιστα να πει κάποιος πως η χώρα παρουσιάζει τρομακτική πολιτική αστάθεια.Μια χούφτα απεργοί μιας από τις πιο κεντρικές παραγωγικές δραστηριότητες της χώρας εφορμούν ανενόχλητοι στο Υπουργείο Αμύνης, συγκρούονται με την (καθυστερημένη) αστυνομία, και όσοι συλλαμβάνονται αφήνονται την επόμενη μέρα, αφού οι συνάδελφοι τους και πλήθος αλληλέγγυων έχουν “πολιορκήσει” και την ΓΑΔΑ.

Από την άλλη, ένα ανοιχτά φασιστικό και ρατσιστικό κόμμα παίζει σε διπλό ταμπλό: από την μία εξαπολύει τους αυστραλοπίθηκους του στον δρόμο, σε μια φαινομενική (1) υποκατάσταση του νόμου και της τάξης, και από την άλλη, από το σεβαστό βήμα της βουλής κάνει “αντί-κοινοβουλευτική” προπαγάνδα, φτάνοντας σε φαντασιόπληκτες ρήσεις του τύπου “όταν έρθουμε εμείς στα πράγματα…”, και παραληρώντας περί της πρακτικής δυνατότητας της Ελλάδας να παίξει κρίσιμο γεωπολιτικό ρόλο στην περιοχή, λόγω των ανεξάντλητων πλουτοπαραγωγικών πηγών (πετρελαίου, κ.α.) που παραμένουν αδρανή στα βάθη της Αιγαίου.

Η πρώτη ανοιχτή και δημόσια αντιπαράθεση του ριζοσπαστικού χώρου με τις φασιστικές και ρατσιστικές πρακτικές συναντά μια αδιανόητη χορωδία αστυνομικής καταστολής και δικαστικής αυθαιρεσίας, επιβεβαιώνοντας και στον πιο καχύποπτο την κυρίαρχη πολιτική του κράτους απέναντι στα “άκρα”, την οποία είχε ξεστομίσει σε ανύποπτο χρόνο ο πρώην Υπουργός ΠροΠο πριν κάποιους μήνες: το μοναδικό πρόβλημα, μας είχε ενημερώσει τότε ο Υπουργός, με τις φασιστικές συμμορίες είναι ότι ενεργοποιούν το αντίθετο άκρο και προκαλείται έτσι μια περαιτέρω “ανομία”.

Την ίδια στιγμή το ΠΑΣΟΚ, ο κυρίαρχος πόλος στελέχωσης του κρατικού μηχανισμού της Ελλάδας των τελευταίων 30 χρόνων, διασύρεται ανεπανόρθωτα από γελοία σκάνδαλα, με αποτέλεσμα κάποια εναπομείναντα στελέχη να αντιδρούν σπασμωδικά χειροτερεύοντας την ήδη κακή εικόνα τους, άλλα στελέχη να εγκαταλείπουν το βυθιζόμενο πλοίο, και άλλα να αυτοκτονούν. Η σμίκρυνση αυτού του κυβερνητικού κόμματος σε αστεία καρικατούρα της ιστορικής του διαδρομής σίγουρα προκαλεί ρωγμές στο κρατικό κατεστημένο, των οποίων το αποτέλεσμα εντείνει τις ήδη υπάρχουσες κοινωνικές (αν)ισορροπίες.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, μια κορυφαία εφημερίδα του αστικού τύπου “αποκαλύπτει” πως η Ελλάδα απέφυγε στρατιωτικό πραξικόπημα στο τσακ, ρίχνοντας έτσι άφθονο λάδι στην φωτιά της κοινωνικής αρρυθμίας, προσθέτοντας την τελευταία πινελιά στον πίνακα της πολιτικής αστάθειας, την φημολογία της ανεξέλεγκτης κατηφόρας και των πιθανών αλλαγών που μπορεί να συμβούν στο μέλλον.

Μήπως όμως όλη αυτή η συζήτηση περί πολιτικής αστάθειας και η θεαματική χρήση του όρου δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια σιωπηρή και ασυνείδητη αποδοχή της κυρίαρχης ιδεοληπτικής προπαγάνδας περί της συνεχιζόμενης ανομίας ως βασικότερο κοινωνικό πρόβλημα της Ελλάδας; Προφανώς, μια θολή και συγχυσμένη αναφορά σε αυτά τα γεγονότα προκαλεί ένα δέος: επιθέσεις σε υπουργεία, άνοδος της φασιστικής δεξιάς, φημολογίες περί πραξικοπημάτων, άγρια καταστολή οποιασδήποτε αντίδρασης, συνέχιση των μέτρων λιτότητας, καλέσματα από πασοκοθρεμμένους συνδικαλιστές περί γενικής απεργίας διαρκείας και καταλήψεων των βασικών πυλώνων του κρατικού μηχανισμού. Αλλά η έννοια της πολιτικής αστάθειας χρειάζεται περαιτέρω επεξεργασία.

***

 Τα τελευταία 3 χρόνια έχει υπάρξει μια άνευ ιστορικού προηγουμένου, σε παγκόσμιο επίπεδο, υποτίμηση: μειώσεις μισθών, συντάξεων και παροχών· δραματική πτώση της καταναλωτικής δύναμης, με καταστροφικό αντίκτυπο στην επιχειρηματική μικρο-ιδιοκτησία· στασιμότητα ή και αύξηση των τιμών με συνεπακόλουθο την κατρακύλα του βιοτικού επιπέδου· κάθετη αύξηση της φορολογίας· κατάρρευση του (ήδη προβληματικού) κοινωνικού κράτους μέσω μιας συστηματικής αποσυναρμολόγησης του συστήματος υγείας και εκπαίδευσης· τρομακτική αύξηση της ανεργίας· ένταση της κατασταλτικής πλευράς του κρατικού μηχανισμού· ραγδαία αύξηση της κοινωνικής αποδοχής φασιστικών/ρατσιστικών αντιλήψεων και πρακτικών.

Αυτές οι εξελίξεις έχουν απαντηθεί με μια σειρά από αγώνες: γενικές απεργίες, καταλήψεις δημοσίων κτιρίων και νοσοκομείων, άγριες συγκρούσεις με την αστυνομία, απαλλοτριώσεις και εμπρησμοί, από-νομιμοποίηση της πολιτικής σκηνής, συνελεύσεις γειτονιάς, έφοδοι σε σούπερ μάρκετ, το κίνημα στις πλατείες, τεράστια άνοδος της εκλογικής δύναμης της κοινοβουλευτικής αριστεράς, κατά τόπους εργασιακές αντιπαραθέσεις, απόπειρες αυτό-διαχείρισης, αλληλέγγυα οικονομία, πρόσκαιρη αλλά γενικευμένη ανυπακοή. Σίγουρα κάποιες από αυτές τις αντιδράσεις απέχουν από το να κατέχουν ουσιαστικά ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά, αλλά προς το παρόν αυτό δεν έχει άμεση σημασία. Αυτό που έχει σημασία στην συγκεκριμένη αναφορά είναι πως οι παραπάνω αντιδράσεις έγιναν αντιληπτές (από τους συμμετέχοντες ή/και από τους θεατές τους), είτε σε πραγματικό επίπεδο είτε σε φαντασιακό/συμβολικό επίπεδο, ως απόπειρες ανατροπής της πολιτικής της λιτότητας και (ως πιθανές) εναλλακτικές απαντήσεις στην οικονομία της κρίσης.

Τόσο τα μέτρα που έχουν παρθεί, όσο και οι αντιδράσεις σε αυτά, παραμένουν άνευ προηγουμένου σε ένταση και συνέπειες. Την ίδια στιγμή όμως, αν επιχειρήσουμε μια κάποια αποτίμηση των αγώνων ενάντια στα μέτρα, το συμπέρασμα είναι πως η γενικευμένη αντίσταση δεν έχει καταφέρει να ανακόψει την συστηματική υποτίμηση.

Οι αγώνες πού έχουν ξεσπάσει (και στους οποίους συμμετέχουν ο ριζοσπαστικός χώρος, η αριστερά και ένα ετερογενές πλήθος ενός πρόσφατα προλεταριοποιημένου πληθυσμού) έχουν γεννήσει ελπίδες, έχουν τονώσει κατά καιρούς το ηθικό των ανθρώπων που εμπλέκονται σε αυτούς, έχουν δημιουργήσει νέες κοινωνικές σχέσεις και νέους τρόπους συνύπαρξης. Αλλά, παρά την δυναμική ένταση τους, δεν έχουν καταφέρει να πάρουν πίσω ούτε 50 ευρώ από τις περικοπές σε μισθούς, συντάξεις και επιδόματα· δεν έχουν αντιστρέψει παρά πρόσκαιρα την υποτίμηση της καταναλωτικής δύναμης, της αύξησης των τιμών ή και της φορολογικής επίθεσης· δεν έχουν καταφέρει να αντισταθούν στην καταρράκωση του συστήματος υγείας και εκπαίδευσης· δεν έχουν βρει τρόπους να αντισταθμίσουν την άνοδο της ανεργίας (έστω και με κοινωνικές πολιτικές που άπτονται της ρεφορμιστικής αριστεράς)· δεν έχουν καταφέρει να συνενωθούν δυναμικά απέναντι στην αυξανόμενη καταστολή και στα ολοκληρωτικά χαρακτηριστικά του καθεστώτος· δεν έχουν δείξει σημάδια (παρά μόνο περιστασιακά) μιας επιτυχούς αντιπαράθεσης με τις φασιστικές συμμορίες.

Αντιθέτως, αυτό που βλέπουμε να αναδεικνύεται εδώ και κάποιους μήνες στο ερειπωμένο τοπίο της κοινωνικής και ταξικής σύγκρουσης είναι μια αμηχανία και απογοήτευση, μια πρόσκαιρη αλλά ουσιαστική πρόσδεση στο εκλογικό θέαμα, μια εναπόθεση της ελπίδας ανατροπής της λιτότητας σε μορφές αντίστασης που θεωρούν κάθε ριζοσπαστική πρόταση ή πρακτική ανεδαφική και μη-ρεαλιστική. Αυτό δεν είναι αποτέλεσμα της λιποψυχίας της αριστεράς, η οποία ποτέ δεν είχε και ριζοσπαστικές αξιώσεις, αλλά περισσότερο της απογοήτευσης από την αποτυχία των έως τα τώρα τρόπων αντίδρασης.

Ταυτόχρονα, έχουμε μια απειλητική και ουσιαστική άνοδο του κοινωνικού κανιβαλισμού, την δημιουργία μιας ψευδούς αντί-συστημικής ρητορικής με ξεκάθαρα ρατσιστικές πρακτικές, τηνέμμεση επαναφορά του εθνικού κρατικού μηχανισμού ως διαμεσολαβητή/προστάτη που καλείται να επανορθώσει τα κακώς κείμενα της οικονομίας (μια εξέλιξη η οποία ανήκει τόσο στην ακροδεξιά ρητορεία όσο και στην ρεφορμιστική αριστερά).

***

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η γλώσσα της εξουσίας έχει όντως γίνει συνολικά ρεφορμιστική, με την έννοια πως το αίτημα για «κάθαρση», για συνολική αλλαγή του «συστήματος» διακυβέρνησης και οικονομικής διαχείρισης, ανήκει πλέον στα χείλη όλων εκείνων των οποίων επάγγελμα είναι να υπερασπιστούν τις κοινωνικές σχέσεις του καπιταλισμού.

Εκεί που παλιότερα υπόσχονταν μόνο την ευτυχία σε πολύ δελεαστικές τιμές, τώρα δεν κάνουν άλλο από το να αναγνωρίζουν τις αποτυχίες του συστήματος. Ξαφνικά, οι διαχειριστές των κοινωνικών σχέσεων ανακάλυψαν πως τα πάντα πρέπει να αλλάξουν, επιδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο πως ο πληθυσμός έχει χάσει κάθε εμπιστοσύνη στις κυβερνήσεις του. Εφιστούν όμως την προσοχή μας στο γεγονός πως μόνο αυτοί είναι ικανοί να επιτύχουν αυτές τις απαιτούμενες αλλαγές, καθώς μονάχα αυτοί έχουν την απαραίτητη εμπειρία και τα κατάλληλα μέσα για κάτι τέτοιο.

Αυτοί που διαχειριζόντουσαν δηλαδή την οικονομία και τις αντιφάσεις της για τόσο καιρό, εμφανίζονται ως οι πλέον κατάλληλοι για να διαχειριστούν την κρίση αυτής της οικονομίας, μέσω της απειλής πως οποιαδήποτε εναλλακτική απλά οδηγεί στην απόλυτη καταστροφή και την έλευση του εωσφόρου επί της γης. Η διαδικασία της αναγνώρισης των κακών κειμένων της οικονομίας και της διακυβέρνησης γίνεται βέβαια με ιδιαίτερη προσοχή, ασχέτως των φαινομενικά αντικρουόμενων προσεγγίσεων περί αυτής. Ανισότητες και δυσλειτουργίες οι οποίες εξέθρεψαν τους κρατικούς λειτουργούς και τις καπιταλιστικές σχέσεις στην προηγούμενη περίοδο εμφανίζονται –δια στόματος των ιδίων– ως σημεία απαραίτητης χειρουργικής επέμβασης, υποσχόμενοι πως (μέσω από τις απαραίτητες θυσίες που πρέπει να κάνουν οι προλετάριοι) οι νέοι σωτήρες μας θα μας γλιτώσουν από τις καταστροφικές συνέπειες που οι ίδιοι παράγουν μαζικά.

Η ανάγκη όμως για μεταρρύθμιση του συστήματος δεν είναι μια κοροϊδία που εκτοξεύουν οι υπερασπιστές του για να ρίξουν στάχτη στα μάτια των προλετάριων. Αντικατοπτρίζει αντιθέτως κοινωνικές διεργασίες που είναι ήδη εν κινήσει. Απλά, αυτό που πρέπει να εξασφαλιστεί είναι πως όποιες αλλαγές και αν είναι απαραίτητο να πραγματοποιηθούν, πρέπει να παραμείνουν υπό τον σαφή έλεγχο των ίδιων αφεντικών. Ή μήπως όχι;

***

 Οι εξελίξεις στην πολιτική αρένα του τελευταίου χρόνου θέτουν υπό αμφισβήτηση την θεωρία περί πολιτικής αστάθειας. Αυτό που γίνεται από κάποιους αντιληπτό ως μια ιστορική μεταστροφή των πολιτικών δεδομένων, που διαταράσσει την ισορροπία του μεταπολιτευτικού σκηνικού, μπορεί εύκολα να γίνει κατανοητό ως μια απόδειξη της τρομακτικής ελαστικότητας της πολιτικής εξουσίας της καπιταλιστικής τάξης, η οποία δεν φοβάται να θυσιάσει ακόμα και τους πιο αποδεδειγμένα ικανούς υπηρέτες της προκειμένου να προχωρήσουν οι μεταρρυθμίσεις (βλ. συνολική υποτίμηση) που έχει επιλέξει. Οι αλλαγές του πολιτικού (θεατρικού) σκηνικού, αλλά και οι κυβερνήσεις που προκύπτουν από αυτή την διαδικασία, δεν επιδεικνύουν μια αδυναμία του συστήματος να αντλήσει συναίνεση απέναντι στην συνολική επίθεση εναντίον των προλετάριων. Αντιθέτως, δείχνουν πως είναι έτοιμοι να κάνουν οποιαδήποτε θυσία προκειμένου οι βασικοί πυλώνες της λιτότητας και της καταρράκωσης του βιοτικού επιπέδου να παραμείνουν σταθεροί.

Αν η έννοια της πολιτικής σταθερότητας γίνεται κατανοητή ως η αδιάκοπη εναλλαγή του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ ως κυβερνητικά κόμματα στον αιώνα τον άπαντα, τότε όντως το πολιτικό σκηνικό στην Ελλάδα έχει αλλάξει και παρουσιάζει αστάθεια. Αν όμως κατανοήσουμε την πολιτική σταθερότητα ως την απαραίτητη συνέχιση της οικονομικής λιτότητας, ακόμα και αν είναι απαραίτητο να αλλάξουν τα πρόσωπα τα οποία την επιβάλλουν και την διαχειρίζονται, τότε η πραγματική απορία είναι πως έχουν επιβάλλει την συνεχιζόμενη ύφεση με τόση σταθερότητα. Αν η έννοια της σταθερότητας έχει να κάνει με την έλλειψη ταξικών συγκρούσεων, και της γενικευμένης «ανομίας» που οι αγώνες αυτοί εμμέσως προκαλούν, τότε όντως η Ελλάδα διανύει μια περίοδο οξυμένης αστάθειας. Αν όμως η σταθερότητα αφορά στην αδιάκοπη συνέχιση των καπιταλιστικών σχέσεων και των πολιτικών της συστηματικής υποτίμησης του προλεταριακού πόλου, τότε είμαστε αναγκασμένοι να παρατηρήσουμε πως η καπιταλιστική σχέση και ο κρατικός της μηχανισμός παραμένουν άθικτοί –αν δεν ενδυναμώνονται κιόλας.

***

Αν υπάρχει κάποια αστάθεια στην σημερινή κατάσταση, αυτή δεν οφείλεται ούτε στην ιστορική εξαφάνιση του ΠΑΣΟΚ ως κόμμα εξουσίας, ούτε στις φήμες περί επικείμενου πραξικοπήματος (2), ούτε και στην άνοδο της αριστεράς ως πιθανή νέα κυβέρνηση. Δεν οφείλεται ούτε και στις συνεχιζόμενες ταξικές συγκρούσεις που προφανώς και δημιουργεί η συνεχιζόμενη λιτότητα. Η αδυναμία των προλεταριακών αντιστάσεων απέναντι στην πρωτοφανή επίθεση που δεχόμαστε εντείνει την σταθερότητα της καπιταλιστικής τάξης.

Η αστάθεια σήμερα έχει να κάνει ρητά με την αδυναμία των ίδιων των διαχειριστών της οικονομίας και της κρατικής διαμεσολάβησης να υπολογίσουν με ακρίβεια και μακρό-οικονομική διαύγεια τα πραγματικά αποτελέσματα της ίδιας της πολιτικής που έχουν επιβάλλει. Στον βαθμό που δεν έχει εμφανιστεί μια ουσιαστική και μακροχρόνια λύση στην οικονομική κρίση σε παγκόσμιο επίπεδο, οι βραχυχρόνιες λύσεις που επιβάλλονται αυτή την εποχή είναι ακριβώς αυτό: βραχυχρόνιες. Δεν έχουν φανεί ικανές να επαναφέρουν συνθήκες πραγματικής κερδοφορίας σε ένα μακροχρόνιο ορίζοντα.

***

Όσο η κρίση θα συνεχίζεται (και από ότι φαίνεται αυτό ακριβώς θα κάνει), και ο εθνικός λόγος θα παραμένει κυρίαρχο χαρακτηριστικό του προλεταριακού αυτό-προσδιορισμού, είναι σίγουρο πως θα ενταθούν τόσο οι φασιστικές/ρατσιστικές αντιλήψεις και πρακτικές, όσο και η προσκόλληση στον κρατικό μηχανισμό ως αφηρημένο από μηχανής θεό και προστάτη που καλείται να εξισορροπήσει τις ανισότητες που προκύπτουν από τις καπιταλιστικές σχέσεις. Η προλεταριοποίηση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού θέτει ένα και μοναδικό ιστορικό στοίχημα: την υπεράσπιση του προλεταριάτου ως πόλο της καπιταλιστικής σχέσης και συνεπώς την προσπάθεια αντιστάθμισης της υποτίμησης εντός αυτής της σχέσης και των επακόλουθων πυλώνων της –αντιλαμβανόμενοι τους εαυτούς μας ως παραγωγικές μονάδες, ως εθνικές οντότητες, ως αιώνια ξεπεσμένους αλλά παρόλα αυτά συνεργάτες της καπιταλιστικής μηχανής. Ή την απαρχή της άρνησης της προλεταριακής εμπειρίας, καταστρέφοντας τους (εθνικούς, φυλετικούς και έμφυλους) διαχωρισμούς που επιβάλλει το κεφάλαιο και το κράτος για να διευκολύνουν την παραγωγή αξίας, την ανταλλαγή εμπορευμάτων και την αλλοτρίωση.

 

Σημειώσεις

(1) Φαινομενική γιατί στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καμία υποκατάσταση, παρά μια αλληλοσυμπλήρωση, τόσο σε επίπεδο “μεταναστευτικής” πολιτικής, όσο και γενικότερης πολιτικής. Η χρυσή αυγή, είναι απολύτως σαφές, κάνει ό,τι κάνει στον δρόμο με την πλήρη συνεργασία και ανοχή των μπάτσων.

(2) Μια φαντασιακή εξέλιξη που πάει χέρι-χέρι με την άνοδο των φασιστικών συμμοριών, την ανάγκη μιας εκ των προτέρων καταδίκης κάθε «ακραίας» πολιτικής, και την υπεράσπιση τελικά της αγαπητής Δημοκρατίας –ως αδιαμφισβήτητη μορφή πολιτικής κυριαρχίας του κεφαλαίου. Προφανώς και οι αντιλήψεις που ορίζουν την διαχείριση της κρίσης στην Ελλάδα ως «απώλεια εθνικής κυριαρχίας» και «ξεπούλημα του εθνικού πλούτου» χτύπησαν αρκετά καμπανάκια στους στρατόκαυλους που ξεχείλισαν από πατριωτική οργή και καθήκον απέναντι σε αυτή την «προδοσία». Καλό όμως είναι να θυμούνται οι πάσης φύσεως συνωμοσιολόγοι πως δεν αρκούν κάποια στελέχη του στρατού (όσο στρατηγικές θέσεις και αν κατέχουν) για να επιτευχθεί πραξικόπημα. Πάνω από όλα, χρειάζεται και μια ουσιαστική στήριξη από σημαντικά κομμάτια της αστικής τάξης και του επιχειρηματικού κόσμου, κάτι το οποίο δεν υπάρχει σήμερα. Αν μη τι άλλο για τον απλούστατο λόγο πως μια στρατιωτική δικτατορία στην Ελλάδα θα οδηγούσε την χώρα de facto έξω από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη, μια επιλογή που δεν μοιάζει να επιθυμεί όχι απλά η αστική τάξη αλλά και κανένα κομμάτι του πολιτικού και κοινωνικού ιστού (με εξαίρεση τα απομεινάρια του ΚΚΕ και της Ανταρσύας).

 

Advertisements