Η σημερινή κρίση αντιπροσωπεύει στην πραγματικότητα τεράστια, άλυτα προβλήματα της λεγόμενης «πραγματικής οικονομίας»(1) τα οποία έχουν κυριολεκτικά καλυφθεί από χρεόγραφα εδώ και δεκαετίες. Ο συνδυασμός όμως ανάμεσα στην μειωμένη καπιταλιστική συσσώρευση και την αποσύνθεση του χρηματιστικού τομέα μετατρέπει την κρίση σε κάτι καταστροφικό(2). Η θεμελιώδης αιτία της κρίσης έχει να κάνει με την πτωτική ζωτικότητα των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών οικονομιών στην διάρκεια των τελευταίων 30 χρόνων.

Οι στατιστικές δείχνουν πως η παραγωγικότητα της εργασίας πέφτει σταθερά εδώ και 30 χρόνια. Μαζί της, η δυνατότητα κερδοφορίας. Σε αυτό προφανώς συνεισφέραν οι άγριοι διεκδικητικοί αγώνες του ’60 και του ’70, η εργατική απειθαρχία μέσα και έξω από τα εργοστάσια, οι αγώνες ενάντια στην έμφυλη καταπίεση που επανα-νοηματοδότησαν την έννοια της αναπαραγωγής, η εμφάνιση οικολογικών κινημάτων που αύξησαν το κόστος των πρώτων υλών. Ο κύκλος της καπιταλιστικής συσσώρευσης, που ξεκινάει από το χρήμα και καταλήγει σε αυτό (με μια προσαύξηση, που είναι και ο λόγος ύπαρξης της όλης διαδικασίας) άρχισε να δυσλειτουργεί σχεδόν σε όλα τα επίπεδα. Η ταξική αντεπίθεση του κεφαλαίου, από την μια μέσω της καταστολής, από την άλλη μέσω της αφομοίωσης, οδήγησε σίγουρα στην υποχώρηση και οριακή εξαφάνιση αυτής της «εφόδου προς τον ουρανό», αλλά ήταν μονόπλευρη. Δεν κατάφερε, με λίγα λόγια, να οδηγήσει σε μια νέα ταξική συνθηκολόγηση με όρους κερδοφορίας. Ακόμα και αν η αντεπίθεση του κεφαλαίου ανάγκασε τον πόλο της εργασίας (ως ανατρεπτική συνιστώσα) σε μια άτακτη υποχώρηση, την ίδια στιγμή υποτίμησε την εργαλειακή λειτουργία αυτού του πόλου (ως παραγωγό αξίας). Και χωρίς την ανοδική παραγωγικότητα της εργασίας, μειώνεται η κερδοφορία. Νέτα, σκέτα. Συνεπώς, η κλασική συνταγή που περιμένει από τις αυξήσεις στις επενδύσεις (και συνεπώς σε νέες τεχνολογίες) να δημιουργήσουν εκ νέου μια αποδοτική και κερδοφόρα σχέση εργασίας-κεφαλαίου, προσέκρουε απέναντι στην έλλειψη αρχικού κεφαλαίου για να χρηματοδοτηθεί αυτή η πολυπόθητη επένδυση και στο γεγονός πως οι νέες εργασιακές σχέσεις που επιβλήθηκαν για να αντιμετωπίσουν την διάχυτη κοινωνική αναταραχή δεν κατάφεραν παρά να αναγκάσουν σε υποχώρηση την προλεταριακή έφοδο –όχι όμως να δημιουργήσουν νέους πόλους συσσώρευσης(3).

Σε κάποιες χώρες του «ανεπτυγμένου» κόσμου, το θάψιμο του τσεκουριού του ταξικού πολέμου επιτεύχθηκε μέσω μιας αμοιβαίας συμφωνίας: «δεν θα φωνάζετε πολύ, αλλά εμείς θα εξασφαλίσουμε ένα ανεβασμένο βιοτικό επίπεδο». Για όσες χώρες μια τέτοια συνθηκολόγηση δεν ήταν εφικτή, την λύση ήρθε να δώσει (αρχικά) μια ημί-κεϋνσιανή πολιτική αύξησης κρατικών δαπανών, και σε δεύτερο επίπεδο (αφού αυτή η λύση έπαψε να εξυπηρετεί και οδήγησε σε αύξηση των απαιτήσεων) μια μετατόπιση προς τον δανεισμό και την πίστωση, μια δυνατότητα που υπέρ-διογκώθηκε με την έναρξη της ευρωζώνης και την δυνατότητα των χωρών του νότου (δηλαδή της χαμηλότερης παραγωγικότητας και των μεγαλύτερων κρατικών δαπανών) να δανείζονται μεγάλα ποσά σε συμφέρουσες τιμές. Όποια μορφή και αν πήρε, η συνθηκολόγηση επέτρεψε μια προσωρινή επιστροφή στην καπιταλιστική ομαλότητα και σε νέες προσδοκίες ευημερίας και συμφιλίωσης. Όμως η σταδιακή μείωση της παραγωγικότητας συνεχιζόταν(4).

Θα ήταν λογικό να φανταστεί κανείς πως η μείωση της κερδοφορίας, και η στροφή προς τον δανεισμό και την πίστωση, μειώνει και το ποσοστό κέρδους που επενδύεται στην παραγωγική βάση της οικονομίας. Συνεπώς, η σωρευτική λογική που προσπαθεί να αντλήσει κέρδος χωρίς να αυξάνει τις επενδύσεις, και συνεπώς την παραγωγικότητα της εργασίας, θα έφτανε κάποια στιγμή σε ένα αδιέξοδο. Παρόλα αυτά, από ότι φαίνεται (5) η μείωση του κέρδους δεν οδήγησε σε μείωση των επενδύσεων (τουλάχιστον στην Αμερική). Παρόλο που η μετατόπιση προς την πίστωση πραγματοποιήθηκε σε όλα τα επίπεδα της οικονομικής ζωής (επιχειρήσεις, κράτος, καταναλωτές), αυτή η διαδικασία δεν επηρέασε τις επενδύσεις στην «πραγματική οικονομία», συγκριτικά με τις προηγούμενες δεκαετίες.

Μάλιστα, ο Κλάϊμαν δείχνει πως παρόλο που το ποσοστό επενδύσεων μειώθηκε μετά τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1980, ο βασικότερος λόγος δεν ήταν η «χρηματοπιστωτική» στροφή της οικονομίας, αλλά το γεγονός πως το ποσοστό ήταν ήδη υπερβολικά ψηλό και μη βιώσιμο τα προηγούμενα χρόνια. Παρόλο που οι χρηματοπιστωτικές πληρωμές αυξήθηκαν άμεσα, αυτές ήταν αποτέλεσμα αύξησης από δανεικούς πόρους και όχι της μείωσης των παραγωγικών επενδύσεων.

Στην πραγματικότητα, εξετάζοντας το διάστημα 1948 με 2007, ενώ το ποσοστό συσσώρευσης μειώθηκε συνολικά κατά 41%, την ίδια περίοδο το ποσοστό αύξησης επενδύσεων άγγιξε το 3%. Συνεπώς, η πτώση στην κερδοφορία ακολουθεί ρητά την πτώση της καπιταλιστικής συσσώρευσης, χωρίς να επηρεάζεται από το ποσοστό επενδύσεων (το οποίο στην πραγματικότητα είχε αυξηθεί τις τελευταίες δύο δεκαετίες πριν από την κρίση).

Πιο είναι το γενικότερο συμπέρασμα που προκύπτει από αυτήν την έρευνα: αντιθέτως με τις διάφορες προσεγγίσεις που εντοπίζουν στην στροφή προς το χρηματοπιστωτικό σκέλος της οικονομίας (και συνεπακόλουθα στον «νέο-φιλελευθερισμό») τα αίτια της σημερινής κρίσης, τα στοιχεία (τουλάχιστον στην Αμερική) δείχνουν πως μια αντίστροφη κατάσταση ίσχυε. «Το μερίδιο των κερδών που επενδύθηκε στην παραγωγή ήταν μεγαλύτερο κατά τις 2 πρώτες δεκαετίες του νέο-φιλελευθερισμού από ότι ήταν τις προηγούμενες δεκαετίες» (σελ. 38). Άρα, η πτώση στο ποσοστό συσσώρευσης στην Αμερική (ανάμεσα στο 1948 και το 2007) αποδίδεται στην συνολική πτώση του κέρδους τους, και όχι σε μια μετατόπιση κερδών από την παραγωγή προς τις χρηματιστικές πληρωμές. Με λίγα λόγια, η πτώση του ποσοστού κέρδους ήταν αποτέλεσμα δομικών προβλημάτων της καπιταλιστικής σχέσης, και όχι (όπως υποστηρίζουν οι διάφοροι αριστεροί/κευνσιανοί) της επικράτησης του «νέο-φιλελεύθερου» μοντέλου απορρύθμισης.

Η προσέγγιση αυτή φωτίζει με αρκετά ενδιαφέρον τρόπο και τις προτεινόμενες λύσεις από την πλευρά των Κευνσιανών. Εάν ο μπαμπούλας του νέο-φιλελευθερισμού, στον οποίο έχει βασιστεί όλη η αφήγηση της αριστεράς, χάνει την αίγλη του, μια επιστροφή σε ένα προηγούμενο μοντέλο ανάπτυξης δεν εξασφαλίζει καμία ριζική ανατροπή των πραγματικών αιτιών της υποτίμησης των ζωών μας, και συνεπώς δεν μπορεί να υποσχεθεί με κανένα πιθανό τρόπο το ξεπέρασμα αυτής της μαλακίας που λέγεται κρίση. Αλλά σε αυτό το κρίσιμο σημείο θα επανέλθουμε.

[προηγούμενο μέρος: Κρίση Ι. Επόμενο μέρος: Κρίση III]


(1) Ο διαχωρισμός μεταξύ «πραγματικής οικονομίας» και πλασματικής, παρά την χρησιμότητα που προσφέρει λόγω ευκολίας, ενέχει και πραγματικούς κινδύνους σε πολλαπλά επίπεδα. Για μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συζήτηση αυτού του φαινομένου, δείτε το κείμενο του Moishe Postone, «Nazism and Anti-Semitism», μεταφρασμένο στα ελληνικά στο περιοδικό Χουλιγκανιζατερ.

(2) Κατά κάποιο τρόπο ο όρος καταστροφικό απευθύνεται τόσο προς την καπιταλιστική σχέση όσο και προς τους προλετάριους. Αυτό γιατί στον βαθμό που οι ζωές μας ορίζονται από την σχέση αυτή, οι επιπτώσεις που έχει η διατάραξη αυτής της σχέσης γίνονται αισθητές σε μεγάλο βαθμό από εμάς ως συστηματική υποτίμηση. Και οι «λύσεις» που προτείνονται για το ξεπέρασμα αυτής της κρίσης μέχρι στιγμής, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια επιμήκυνση αυτής της υποτίμησης.

(3) Η πτωτική τάση του κέρδους, και η άρνηση των μεγάλων εταιρειών να παραχωρήσουν μέρος της αγοράς σε αντιπάλους, σήμαινε πως επιχειρήσεις με μικρότερα κεφάλαια σήκωσαν το βάρος τόσο των νέων επενδύσεων, όσο και της δημιουργίας θέσεων εργασίας, κάτι που μείωνε δραματικά την δυνατότητα τους να επεκταθούν και που τους οδηγούσε αναγκαστικά στις δραματικές μειώσεις εργατικού κόστους, δηλ. μισθών. Ο μοναδικός τρόπος συνεπώς για να αποφύγουν μια ακόμα μεγαλύτερη πτώση του κέρδους ήταν μέσω μιας συστηματικής, βαθιάς και καθολικής μείωσης μισθών. Οι ανεπτυγμένες χώρες μπόρεσαν να κρατήσουν την κερδοφορία τους μονάχα λόγω της δραματικής μείωσης της ανόδου της καταναλωτικής δύναμης (εξισορροπώντας την προσφορά/ζήτηση μέσω της επέκτασης της δανειοδότησης) και μια συνεχή καθοδική πίεση του βιοτικού επιπέδου (όπως π.χ. στην Γερμανία). Βλ. Brenner, R (2009), What is good for Goldman Sachs is good for America.

(4) Δεν χρειάζεται να επισημάνουμε πως μια πτώση της παραγωγικότητας της εργασίας μεταφράζεται αυτοστιγμεί σε πτώση του ποσοστού κέρδους του συνολικού κεφαλαίου. Η άλλη πλευρά όμως της πτώσης της παραγωγικότητας είναι η ταυτόχρονη ασύμμετρη αύξηση της παραγωγής, μια συνθήκη που οδηγεί σε υπερπαραγωγή. Ξεκινώντας από τις ΗΠΑ, την Γερμανία και την Ιαπωνία, περνώντας μετά στις βόρειο-ανατολικές Ασιατικές χώρες, στρίβοντας προς τις νότιο-ανατολικές, και καταλήγοντας στον σύγχρονο Κινέζικο Λεβιάθαν, όλες αυτές οι χώρες έχουν κάνει τεράστιες –αλλά πολύ συχνά άχρηστες με όρους αγοράς –συνεισφορές στην παγκόσμια παραγωγική δυνατότητα. Αναγκαστικό αποτέλεσμα είναι η μείωση των συνολικών τιμών και, συνεπώς, του κέρδους.

(5) Βλέπε το πολύ ενδιαφέρον άρθρο του Α. Κλάϊμαν, που υποστηρίζει πως η στροφή προς την χρηματοπιστωτική οικονομία δεν μείωσε τις επενδύσεις, ούτε και αύξησε το χρέος.

Advertisements