Η dot.com κρίση του 2001-2002, ένα προμήνυμα της σημερινής, υποστηρίζουν οι περισσότεροι, δεν πήρε τρομακτικές διαστάσεις λόγω της παρέμβασης του Allan Greenspan, τότε διοικητή της US Federal Reserve Bank. Αυτό που έκανε ο Greenspan ήταν στην ουσία να ξαλαφρώσει την νομισματική πολιτική την στιγμή που φάνηκε πως η φούσκα των dot.com κινδύνευε να απλωθεί και σε άλλους τομείς. Τι έκανε; Άρχισε μια διαδικασία δραματικής μείωσης των επιτοκίων: από 6% που ήταν το 2000, τα έριξε στο 1%. Σύντομα ακολούθησαν και άλλες τράπεζες σε παγκόσμια κλίμακα.

Το χαμήλωμα των επιτοκίων σήμαινε πως ήταν πλέον πολύ πιο εύκολο και φτηνό για κάποιον να δανειστεί. Σαν αποτέλεσμα, πολλές εταιρείες που είχαν δανειστεί τεράστια ποσά, περιμένοντας να ανταμειφθούν από τις (σκηνοθετημένα υπέρ-εκτιμημένες) ανερχόμενες ιντερνετικές/πληροφορικές εταιρείες, και που τώρα δυσκολεύονταν να τα βγάλουν πέρα με τις αποπληρωμές τους, κατάφεραν να ανασάνουν.

Η μείωση των επιτοκίων, σήμανε και την ολοένα και μεγαλύτερη αύξηση της ικανοποίησης της κατανάλωσης μέσω της εξάπλωσης της δανειοδότησης και πίστωσης. Τα χαμηλά επιτόκια είχαν σαν αποτέλεσμα να μπορούν οι ατομικοί καταναλωτές να συμπληρώνουν τους (ήδη μειωμένους ή και στάσιμους) μισθούς τους. Τέτοια δάνεια έγιναν πολύ κοινά και αύξησαν σημαντικά την ζήτηση (και συνεπώς τόνωσαν σε μεγάλο βαθμό την οικονομία). Βασικός όμως παράγοντας για την δανειοδότηση ήταν η μελλοντική δυνατότητα αποπληρωμής, και συνεπώς εξαρτιούνταν κατά βάση από την διάθεση και δυνατότητα των τραπεζών να τα πραγματοποιήσουν. Δεδομένου πως οι μισθοί ήταν σε καθοδική ή και στάσιμη κατάσταση, μοναδική διέξοδος για να εξασφαλιστεί η αποπληρωμή ήταν οι υποθήκες ακινήτων, ακολουθώντας μια λογική ότι αφενός οι τιμές των ακινήτων θα ανεβαίναν συνεχώς (οι επενδύσεις σε ακίνητα θεωρούνταν για την πλειοψηφία του κόσμου μια σίγουρη επένδυση), και αφετέρου για τον απλό λόγο πως το βασικότερο περιουσιακό στοιχείο μιας εργατικής οικογένειας δεν είναι ο μισθός της, αλλά το ακίνητό της. Η στροφή προς την αγορά ακινήτων λοιπόν ήταν ένας από τους τρόπους που το κεφάλαιο προσπάθησε να εξασφαλίσει την αποπληρωμή των δανείων που μοίραζαν τόσο απλόχερα, καθώς και το να τονώσει την οικονομία που είχε περάσει μια τρομάρα λόγω της κατάρρευσης των dot.com εταιρειών.

Η διευκόλυνση της δανειοδότησης (λόγω των χαμηλών επιτοκίων) αύξησε και τις υποθήκες. Επειδή η αγορά ακινήτων απλώνεται σε μεγάλο χρονικό διάστημα (από την αγορά της γης, στην σύναψη δανείου, στον σχεδιασμό και χτίσιμο του σπιτιού, την σταδιακή αποπληρωμή ή ακόμα και την στάση πληρωμών), και επειδή υπάρχουν υποτίθεται και πολλές δικλείδες ασφαλείας απέναντι στην μη-αποπληρωμή μέσα σε αυτό το χωρόχρονο, η αγορά ακινήτων τροφοδότησε μεγάλο κομμάτι της ανάπτυξης της χρηματο-πιστωτικής (και όχι μόνο) οικονομίας. Τα υποθηκοδάνεια αυξήθηκαν, αλλά καθώς η προσφορά ακινήτων ήταν πιο αργή (λόγω του χρονικού διαστήματος που αναγκαστικά μεσολαβεί), οι τράπεζες που έδιναν υποθηκοδάνεια, βρέθηκαν με αρκετά λεφτά στην τσέπη. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να ανέβουν κι άλλο οι τιμές των ακινήτων. Με την σειρά της, αυτή η εξέλιξη σήμαινε πως οι υψηλές τιμές των ακινήτων, μαζί με τα χαμηλά επιτόκια, επέτρεπαν περαιτέρω δανεισμό -ή και 2ες υποθήκες (1). Όλο το επιτυχημένο αυτό οικοδόμημα βέβαια, προφανώς εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από την προσδοκία πως οι τιμές των ακινήτων θα συνέχιζαν για μεγάλο διάστημα να ανεβαίνουν.

Το ξεκίνημα της πολεμικής μηχανής των ΗΠΑ την ίδια εποχή, σήμανε ξαφνικά πως οι κρατικές δαπάνες αυξήθηκαν υπερβολικά, και συνεπώς και το κρατικό έλλειμμα. Σαν αποτέλεσμα, μέχρι να τελειώσει η πρώτη θητεία του Bush, το έλλειμμα του προϋπολογισμού είχε φτάσει στο 4% του ΑΕΠ (σημειωτέον πως την τελευταία χρονιά του Κλίντον, το έλλειμμα ήταν στο -2%, δηλαδή υπήρχε πλεόνασμα στον προϋπολογισμό). Αυτό σήμαινε με απλά λόγια πως το κράτος διοχέτευε περισσότερα χρήματα στην αγορά, από ότι έβγαζε από τους φόρους. Η αύξηση του κρατικού ελλείμματος (των κρατικών δαπανών δηλαδή) εξισορροπήθηκε από την αύξηση της καταναλωτικής ζήτησης που επεκτάθηκε λόγω της χαλάρωσης της δημοσιονομικής πολιτικής (δηλ. των χαμηλών επιτοκίων).

Αυτή η (πρόσκαιρη) κατάσταση είχα βέβαια τα προβλήματα της. Πολλές εταιρείες ήταν ακόμα σε αμυντική στάση. Αντί να χρησιμοποιούν τα αποκατεστημένα κέρδη τους για να επενδύσουν στην ανάπτυξη, τα χρησιμοποιούσαν για την αποπληρωμή δανείων. Η συσσώρευση στην Αμερική λοιπόν, έφτασε να εξαρτάται από την διοχέτευση χρήματος στην αγορά από το κράτος (πολεμικές δαπάνες) και από την αύξηση του καταναλωτικού χρέους.

Παρόλα αυτά, με την αρχή της δεύτερης θητείας του Bush άρχισαν να αυξάνονται και οι επενδύσεις. Η οικονομία έμοιαζε να έχει πάρει τα πάνω της. Η καπιταλιστική συσσώρευση μπορούσε να αναλάβει τα ηνία της ανάπτυξης και να αλαφρύνει το βάρος που είχε πέσει στις κρατικές δαπάνες και τα καταναλωτικά έξοδα. Όταν το έλλειμμα του προϋπολογισμού άρχισε πάλι να πέφτει ο Greenspan ένιωσε ότι μπορούσε να αρχίσει πάλι την σύσφιξη της δημοσιονομικής πολιτικής –κάτι που ξεκίνησε από το καλοκαίρι του 2004. Μέχρι τις αρχές του 2007, το έλλειμμα του προϋπολογισμού είχε πέσει στο 2.2%, ενώ τα επιτόκια είχαν ανέβει στο 5.25%.

Αποτέλεσμα: η φούσκα των dot.com εταιρειών έκανε πολλούς να πιστεύουν πως ακόμα και μπροστά σε μεγάλα προβλήματα, η οικονομία έχει την δυνατότητα να αντεπεξέρχεται, και να ξανά-στέκεται στα πόδια της. Με μικρή παρέμβαση από το κράτος (το χαμήλωμα δηλαδή των επιτοκίων, όχι ακόμα η διάσωση προβληματικών ή μη-ανταγωνιστικών εταιρειών), η καπιταλιστική συσσώρευση μπορούσε να επιβιώσει και να ξαναμπεί σε ρυθμούς ανάπτυξης.

Μέσα στο 2007 τα πράγματα για το κεφάλαιο έμοιαζαν αρκετά ευνοϊκά. Οι ρυθμοί ανάπτυξης έμοιαζαν να έχουν ξανά-ανέβει, οι περιορισμοί που υπήρχαν λόγω της οργανωμένης εργατικής τάξης και των εθνικών κρατών είχαν κατά πολύ ξεπεραστεί, ο νέος παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός είχε καταφέρει να εξαπλώσει την ευημερία του ακόμα και σε χώρες που δεν θεωρούνταν δυνατό. Μια μεσαία τάξη αναπτυσσόταν ραγδαία σε πολλές χώρες του «τρίτου κόσμου», κάτι που έκανε ακόμα και τους επικριτές (του κινήματος της αντί-παγκοσμιοποίησης) να σωπαίνουν. Η κεϊνσιανή πολιτική του ΄60 και του ΄70 είχε επιφέρει σταθερή ανάπτυξη, θέσεις εργασίας και ευημερία. Αλλά μονάχα στις χώρες του Δυτικού κόσμου, και πολλοί υποστήριζαν (ακόμα και από την αριστερά) πως αυτό συνέβαινε σε βάρος του «τρίτου κόσμου». Τώρα η παγκοσμιοποίηση, ακόμα και αν σε αρχικό επίπεδο έμοιαζε να κάνει τους πλουσίους πλουσιότερους και τους φτωχούς φτωχότερους, έμοιαζε να έχει σαν μακροχρόνιο αποτέλεσμα την ανάπτυξη σε παγκόσμιο επίπεδο. Σύμφωνα δε με τους υπολογισμούς του ΔΝΤ, την εποχή εκείνη, το 60% της παγκόσμιας ανάπτυξης προερχόταν από εκείνες τις χώρες που είχαν ονομαστεί «αναδυόμενες οικονομίες της αγοράς» («newly emerging market economies»).

Υπήρχαν την εποχή εκείνη κάποιες ανησυχίες πως η άνοδος των τιμών (στο πετρέλαιο και τις πρώτες ύλες), σε συνδυασμό με την σφιχτή δημοσιονομική πολιτική (αύξηση επιτοκίων), μπορεί και να οδηγούσε στην επιβράδυνση της οικονομίας, αλλά ακόμα και αυτά φαινόντουσαν αμελητέα μπροστά στα οικονομικά προβλήματα που είχαν αντιμετωπίσει όσοι ήταν επιφορτισμένοι με τέτοιες αποφάσεις μια δεκαετία νωρίτερα.

(προηγούμενο μέρος: Κρίση II. Eπόμενο μέρος: Κρίση IV)


(1) Η δεύτερη και πολλές φορές η τρίτη υποθήκη σε ένα σπίτι δεν είναι μια απόδειξη ακατάσχετης καταναλωτικής μανίας, όπως θέλουν να πιστεύουν μερικοί. Αντιθέτως πρόκειται για μια διαδικασία ενσωματωμένη στο σύστημα δανειοδότησης η οποία βασίζεται στην λογική της συνεχούς ανόδου των τιμών των ακινήτων. Η λειτουργία είναι απλή: ας υποθέσουμε πως μια οικογένεια παίρνει ένα δάνειο για να αγοράσει ένα σπίτι. Ένα ή δύο χρόνια μετά, και εφόσον η οικογένεια δυσκολεύεται στις αποπληρωμές, βάζει το σπίτι σε υποθήκη. Εφόσον όμως η τιμή του σπιτιού (από την εποχή της αγοράς) έχει ανέβει, οι όροι του δανείου είναι πιο ευνοϊκοί. Με την ανεβασμένη τιμή λοιπόν του ακινήτου, η δεύτερη και τρίτη υποθήκη εξυπηρετεί την αποπληρωμή του πρώτου δανείου. Προφανώς και η ιστορία μπάζει από παντού, αλλά πρέπει να έχουμε υπόψιν πως σε μια αντικειμενική συνθήκη κατά την οποία οι μισθοί μένουν στάσιμοι ή πέφτουν, και τα δάνεια μοιράζονται απλόχερα, η δανειοδότηση και η εύκολη πίστωση οριοθέτησαν κατά πολύ τον τρόπο υπολογισμού των εξόδων μιας οικογένειας, όχι ικανοποιώντας την καταναλωτική μανία τους αλλά με στόχο να ικανοποιήσουν τις κοινωνικές και προσωπικές ανάγκες τους. Οι ηθικοπλαστικές καταγγελίες περί ψευδών αναγκών συνήθως καταλήγουν στην υιοθέτηση μιας προβληματικής αντίληψης που οριοθετεί (για τους άλλους) ποιες πρέπει να είναι οι «πραγματικές» τους ανάγκες, μια διαδικασία που καταλήγει συχνά-πυκνά σε μια ελαχιστοποίηση των ανθρωπίνων αναγκών και μια ασκητική πρόταση ζωής. Αντίθετα με αυτή την προσέγγιση, προτιμούμε αυτήν που προτάσσει την συνεχή διεύρυνση αναγκών και επιθυμιών, παρά την μείωση τους με στόχο την οικονομική σύνεση.

Advertisements