Η κρίση του 2007 ξεκίνησε από την φούσκα στην αγορά των ακινήτων. Πως προέκυψε κάτι τέτοιο; Η πιο διαδεδομένη και ταυτόχρονα ιδεολογική προσέγγιση επισημαίνει πως, μετά από τουλάχιστον 3 δεκαετίες απορρύθμισης των χρηματιστικών αγορών, αυτές είχαν καταντήσει σχεδόν αυτό-ρυθμιζόμενες. Οι ορθολογικοί υπολογισμοί βασισμένοι σε καλές πληροφορίες που αφορούσαν την άνοδο ή πτώση κερδών θεωρούνταν ικανοί για να εξασφαλίσουν πως το κυνήγι του ξεχωριστού συμφέροντος της κάθε επιχείρησης δεν θα αποσταθεροποιούσε το σύστημα. Μπορεί η απορρύθμιση να είχε δημιουργήσει ένα σωρό περίπλοκες διαδικασίες, και να είχε αποκτήσει μια αυτόνομη ζωή, αλλά στην τελική πίσω από όλα αυτά υπήρχε η εμπιστοσύνη και η φήμη της κάθε εταιρείας (too big to fail στην ανάποδη) που εξασφάλιζε πως καμία δεν θα εμπλεκόταν σε υπερβολές.

Προφανώς και υπήρχε και μια αντίστοιχη ιδεολογικοποίηση τέτοιων αντιλήψεων από διάφορους έμμισθους οικονομολόγους (καθώς και βραβεία Νόμπελ σε εκείνους που προπαγάνδιζαν παπαριές και ιδεολογήματα όπως το ‘market efficiency hypothesis’), αλλά το ιδεολογικό κομμάτι είναι κατά βάση δευτερεύον. Πρακτικά, όλοι ήξεραν πως υπάρχουν τάσεις για υπερβολές στην χρηματιστική οικονομία -και τα μέτρα του Greenspan δημιουργήθηκαν (και καλά) απέναντι σε τέτοιους κινδύνους.

Αν στο παρελθόν οι κεντρικές τράπεζες είχαν τον ρόλο να εποπτεύουν τέτοιες φούσκες και να παρεμβαίνουν όταν χρειαζόταν, οι πραγματικοί τρόποι παρέμβασης τους είχαν μειωθεί αισθητά προ πολλού μέσω της απορρύθμισης. Αν οι κεντρικές τράπεζες είχαν την δυνατότητα να τραβάνε τα χαλινάρια της ανεξέλεγκτης κερδοσκοπίας μέσω της αύξησης των επιτοκίων, τώρα διέτρεχαν τον κίνδυνο να επιβραδύνουν σημαντικά την «πραγματική» οικονομία μέσω μιας τέτοιας επιλογής.

Η μείωση των επιτοκίων που είχε πραγματοποιήσει ο Greenspan είχε σαν πρωταρχικό στόχο να ελέγξει τον πληθωρισμό και την άνοδο των τιμών, όχι να ρυθμίσει την χρηματιστική οικονομία. Κοινώς, το ευαγγέλιο ήταν πως οι φούσκες σε αυτήν την γωνιά της οικονομίας έπρεπε να αφήνονται ως έχουν. Οι κρατικές αρχές θα έπρεπε να είναι έτοιμες να παρέμβουν σε περίπτωση που τέτοιες φούσκες απειλούσαν μια συνολική κατάρρευση, αλλά στην διαδικασία αυτή κάποιες εταιρείες μπορεί να αφήνονταν να χρεοκοπήσουν (εκτός από τις too big to fail).

Όπως και να έχει, η φούσκα των dot.com είχε τουλάχιστον αποδείξει πως η καπιταλιστική οικονομία είχε μεγάλες δυνατότητες προσαρμογής. Συνεπώς το κόστος που έπρεπε να αναλάβουν οι αρχές σε περίπτωση κάποιας απειλής ήταν μικρότερο από τα κέρδη που επέφερε η ελευθερία της αγοράς. Αν ήταν Χεγκελιανός ο Greenspan πιθανότατα να έλεγε πως ο ανορθολογισμός που επιδείκνυαν κατά καιρούς οι αγορές ήταν μια απαραίτητη στιγμή του συνολικού ορθολογισμού του συστήματος του κεφαλαίου.

Για αυτό το τσουτσέκι του κεφαλαίου, η μείωση των επιτοκίων είχε σαν στόχο να αποφευχθεί ο κίνδυνος να επέλθει μια σπειροειδής κάθοδος των τιμών και των μισθών λόγω της επιβράδυνσης της οικονομίας. Δεν τον ενδιέφερε τόσο το αντίκτυπο στις χρηματιστικές αγορές. Όμως, το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής ήταν η διευκόλυνση της δανειοδότησης και της πίστωσης, και συνεπώς της ανεξέλεγκτης εξάπλωσης των χρηματιστικών παιχνιδιών.

Ταυτόχρονα, η μείωση των επιτοκίων σήμαινε πως οι διάφοροι χρηματιστικοί οργανισμοί έβλεπαν να μειώνεται το ποσοστό κέρδους που μπορεί να επιφέρει η δανειοδότηση χρημάτων. Όταν είναι εύκολο και φτηνό να δανειστείς λεφτά λόγω των χαμηλών επιτοκίων, τα ποσοστά κέρδους που απομένουν είναι πιο χαμηλά, παρά την αύξηση των δανείων. Οι χρηματιστικές/επενδυτικές εταιρείες λοιπόν είχαν 3 τρόπους για να αυξήσουν τα ποσοστά κέρδους τους:

-να αυξήσουν τον αριθμό δανείων που έδιναν·

-να δίνουν δάνεια με μεγαλύτερο βαθμό επικινδυνότητας (στα οποία μπορούσαν να χρεώνουν μεγαλύτερο επιτόκιο)·

-να εναποθέσουν την δημιουργία κερδών όχι στα αυξημένα δάνεια καθεαυτά αλλά στα κέρδη που μπορούν να επιφέρουν οι προμήθειες και τα μπόνους από τις συναλλαγές μεγάλων ποσών.

Σε αυτό τον τομέα, κινητήρια δύναμη ήταν οι εμπορικές τράπεζες, των οποίων ο ρόλος είχε αλλάξει ριζικά τα τελευταία χρόνια. Μέχρι πριν από κάποια χρόνια, βασικός ρόλος των εμπορικών τραπεζών ήταν να μαζεύουν καταθέσεις από οργανισμούς ή ιδιώτες που έχουν χρήματα που κάθονται, και αυτά να τα δανείζουν σε επιχειρήσεις ή και ιδιώτες που θέλουν δάνεια. Λόγω της θέσης τους αυτής, οι εμπορικές τράπεζες έχουν τεράστια αποθέματα χρημάτων. Μπροστά στην μείωση των ποσοστών κέρδους που επέφερε η μείωση των επιτοκίων, οι εμπορικές τράπεζες «αναγκάστηκαν» να στρέψουν την προσοχή τους αλλού, σε περιοχές στις οποίες μέχρι τώρα κυριαρχούσαν οι επενδυτικές τράπεζες. Λόγω του πλεονεκτήματος να έχουν πρόσβαση σε τρομακτικά ποσά, οι εμπορικές τράπεζες χώθηκαν στο χρηματιστικό παιχνίδι και το καθόρισαν εκ νέου, ξεφτιλίζοντας το ακόμα περισσότερο.

Μια μορφή που πήρε ο ανταγωνισμός μεταξύ των φορέων αυτών αφορούσε στην ολοένα και πιο “σοφιστικέ” ανακάλυψη νέων χρηματιστικών εργαλείων, τα οποία κατά βάση χωρίζονται σε αυτά που δημιουργήθηκαν για να διαχειριστούν το ρίσκο, και εκείνα που δημιουργήθηκαν για να διασφαλίσουν τα χρέη.

Βασικός ρόλος των εργαλείων εκείνων που δημιουργήθηκαν για την διαχείριση του ρίσκου ήταν να δίνουν την δυνατότητα στις εταιρείες (είτε της πραγματικής οικονομίας είτε της άλλης της κακιάς) να διασφαλίζουν τον εαυτό τους απέναντι σε αναπάντεχες οικονομικές εξελίξεις. Επίσης, επέτρεπαν στις επιχειρήσεις αυτές να μειώσουν το ποσοστό κεφαλαίου/χρήματος που κρατούσαν αχρησιμοποίητο (καβάτζα κοινώς) σε περίπτωση που συνέβαινε κάτι αναπάντεχο, και να το προωθήσουν προς επενδυτικούς σκοπούς.

Τα συγκεκριμένα εργαλεία της πρώτης κατηγορίας λειτουργούσαν με βάση την λογική των στοιχημάτων. Οι εμπορικές τράπεζες έπαιζαν κατά κύριο λόγο τον ρόλο του booker. Αναλάμβαναν τα στοιχήματα λοιπόν για διάφορες μελλοντικές υποθέσεις, και αποπλήρωναν εάν αυτές οι υποθέσεις πραγματοποιούνταν. Όπως και οι bookers, έτσι και οι εμπορικές τράπεζες, μπορούσαν να αποπληρώσουν ένα χαμένο στοίχημα (π.χ. πως τα κέρδη μιας εταιρείας θα πέσουν) από τα χρήματα που έβγαζαν από όσους στοιχημάτιζαν το αντίθετο (δηλ. πως δεν θα πέσουν). Και, προφανώς, έβγαζαν και ένα ποσοστό (bonus) μόνο και μόνο επειδή λειτουργούσαν την παράγκα.

Το δεύτερο είδος εργαλείων αφορούσε αυτά που ασχολούνταν με την διασφάλιση των χρεών (securitization of debt). Στο παρελθόν, οι τράπεζες έδιναν δάνεια σε εταιρείες ή ιδιώτες τα οποία παρέμεναν ευθύνη τους μέχρι να αποπληρωθούν. Τώρα, οι τράπεζες τύλιγαν διάφορα δάνεια μαζί και πουλούσαν το δικαίωμα των τόκων και της αποπληρωμής των δανείων σε μεγαλύτερες επενδυτικούς οργανισμούς (βλ. Lehman Brothers). Έτσι, οι τράπεζες δεν έβγαζαν λεφτά μέσω των τόκων στα δάνεια και μέσω της αποπληρωμής, αλλά μέσω της προμήθειαςκαι των μπόνους που έβγαζαν από την διαχείριση των δανείων. Και έβγαζαν φράγκα δηλαδή από το κάθε δάνειο, και δεν είχαν το άγχος αν ο μαλάκας κακομοίρης στον οποίο το πάσαραν θα το αποπλήρωνε ποτέ ή θα τράβαγε μια υπαρξιακή κρισάρα και θα τους έγραφε όλους. Win-win που λένε οι αγγλοσάξωνες.

Επιπλέον, πουλώντας τα δάνεια τους σε τρίτους, έβγαζαν νέα λεφτά τα οποία μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν για να συνάψουν νέα δάνεια, και συνεπώς να βγάλουν ακόμα παραπάνω άλλα λεφτά από τις προμήθειες. Επειδή το ρίσκο να μην αποπληρωθεί το δάνειο πέφτει πλέον στους αγοραστές των δανείων, οι τράπεζες δεν ήταν αναγκασμένες να έχουν μεγάλο απόθεμα χρημάτων στα ταμεία τους. Ταυτόχρονα, οι νέοι αγοραστές αυτών των δανείων είχαν την δυνατότητα να τα μεταπουλήσουν σε τέταρτους/πέμπτους κτλ. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα τα επενδυτικά στοιχεία (assets) αυτά να παίρνουν την μορφή χρήματος ή κεφαλαίου. Δηλαδή, έχοντας ένα τέτοιο πακέτο δανείων, ήταν σαν να έχεις κεφάλαιο ή χρήμα.

Με ταχυδακτυλουργικό τρόπο που κάνει τον Χουντίνι να μοιάζει με ξεχαρβαλωμένο νήπιο, το τύλιγμα πολλών δανείων μαζί (μαζί με ένα σωρό άλλα δωράκια) μετέτρεψε δάνεια τα οποία μπορεί να είχαν πολύ υψηλό ρίσκο σε κεφάλαιο το οποίο μπορούσε να επενδυθεί ή να πάρει την μορφή χρήματος και να κυκλοφορεί στις αγορές.

Η κρίση στην αγορά ακινήτων

Η άνοδος στις τιμές των ακινήτων είχε ξεκινήσει πριν μειώσει τα επιτόκια ο Greenspan. Η άνοδος όμως (καθώς και η κάθοδος) των τιμών στην αγορά ακινήτων δεν είναι κάτι περίεργο. Γιατί;

Υπό κανονικές συνθήκες, τα εμπορεύματα που παράγονται στον καπιταλισμό πουλιούνται σε μια τιμή που αντανακλά το κόστος παραγωγής συν το γενικό ποσοστό κέρδους που κυριαρχεί στον συγκεκριμένο τομέα της οικονομίας. Η άνοδος της ζήτησης θα ανεβάσει και τις τιμές. Αυτό θα οδηγήσει σε μεγαλύτερα ποσοστά κέρδους για την επιχείρηση που παράγει τα συγκεκριμένα εμπορεύματα. Η άνοδος των κερδών θα προσελκύσει νέο κεφάλαιο στην συγκεκριμένη βιομηχανία, ενισχύοντας την παραγωγή –και συνεπώς την προσφορά. Για να ικανοποιήσει την αυξανόμενη ζήτηση, θα αυξηθεί η προσφορά και συνεπώς το ποσοστό κέρδους θα μειωθεί, και η τιμή στη αγορά θα πέσει πάλι στο επίπεδο του κόστους παραγωγής (μαζί με το γενικό ποσοστό κέρδους). (Το να αυξάνεται η προσφορά σημαίνει πως μειώνεται και η ζήτηση κατά κάποιο τρόπο).

Παρόλα αυτά στην αγορά των ακινήτων υπάρχουν κάποιες σημαντικές διαφοροποιήσεις που επηρεάζουν την ρύθμιση των τιμών και την σχέση προσφοράς και ζήτησης. Πρώτα από όλα, στο επίπεδο της προσφοράς υπάρχει ένα σημαντικό χρονικό θεματάκι. Από την στιγμή που θα αγοράσει κάποιος γη για να χτίσει ένα ακίνητο, θα το σχεδιάσει, μέχρι να πάει να αράξει μέσα, ο χρόνος αυτός θα μετριέται σε μήνες ή και χρόνια. Συνεπώς, ακόμα και μικρές αυξήσεις στην προσφορά ακινήτων πιθανότατα να πάρουν πολύ καιρό για να γίνουν αισθητές στην οικονομία. Σαν αποτέλεσμα, οι τιμές της αγοράς μπορούν για μεγάλο χρονικό διάστημα να βρίσκονται πολύ πάνω της τιμής κόστους. Ταυτόχρονα, εάν η προσφορά ξεπερνάει την ζήτηση, οι τιμές της αγοράς μπορεί να είναι –πάλι για σημαντικό χρονικό διάστημα- πολύ κάτω της τιμής κόστους.

Κατά δεύτερον, για την αγορά ακινήτων είναι απαραίτητη προϋπόθεση η αγορά γης. Εκμεταλλευόμενοι την έλλειψη γης, οι γαιοκτήμονες μπορούν να χρησιμοποιούν την αύξηση της ζήτησης για να ανεβάζουν τις τιμές της γης. Η αύξηση λοιπόν της ζήτησης στην αγορά ακινήτων οδηγεί κατά ανάγκη σε αύξηση της τιμής της γης. Άρα οι τιμές στην αγορά ακινήτων εξαρτιούνται τόσο από την αυξανόμενη ζήτηση σε ακίνητα, όσο και στις αυξήσεις στην τιμή της γης.

Η τρίτη διαφοροποίηση είναι πως στις περισσότερες περιπτώσεις, η τιμή ενός ακινήτου είναι σαφώς πολύ μεγαλύτερη από τον μισθό των υποψήφιων αγοραστών (αλλιώς μόνο ο βαρδινογιάννης θα αγόραζε σπίτι). Συνεπώς, η τιμή του ακινήτου δεν εξαρτάται από το ποσό που διαθέτει ένας αγοραστής, αλλά από το ποσό το οποίο μπορεί να δανειστεί. Το ποσό που μπορεί να δανειστεί ορίζεται από την εκτίμηση που κάνει για την αξία του ακινήτου την δεδομένη στιγμή αυτός που θα δώσει το δάνειο (κάτι που ορίζει και την τιμή της υποθήκης). Καθώς ανεβαίνουν οι τιμές στα ακίνητα, αυτοί που δίνουν δάνεια έχουν την τάση να δανείζουν περισσότερα χρήματα, κάτι που έχει σαν συνέπεια την περαιτέρω αύξηση των τιμών.

Συνήθως αυτοί που δίνουν τα δάνεια (ή υποθήκες) έχουν συγκεκριμένα κριτήρια στο που δίνουν δάνεια, μέσω των οποίων εξασφαλίζουν πως το δάνειο θα αποπληρωθεί. Σε καιρούς που οι τιμές των ακινήτων έχουν ανοδική τάση, και η ζήτηση παρουσιάζει αύξηση, για λόγους ανταγωνιστικότητας, αυτοί που δανείζουν μειώνουν τα κριτήρια αυτά –και μαζί την ασφάλεια τους για την αποπληρωμή. Κανονικά όμως, έχουν την τάση να δανείζουν κατά ένα ποσοστό λιγότερο από ότι είναι η αξία του σπιτιού στην αγορά (συνήθως αυτό είναι γύρω στο 70-80%). Το υπόλοιπο το βάζει ο υποψήφιος αγοραστής, και λειτουργεί σαν εγγύηση για τον δανειστή (1).

Η διαδικασία αυτή δεν σημαίνει μονάχα πως μέσω των αυστηρών κριτηρίων και του δανεισμού κάτω του πραγματικού κόστους οι τράπεζες κρατάνε χαμηλά την προσφορά στην αγορά ακινήτων. Σημαίνει πάνω από όλα πως εξασφαλίζουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την αποπληρωμή. Ταυτοχρόνως, κρατώντας χαμηλά την προσφορά, εξασφαλίζουν πως δεν θα δανείσουν περισσότερα από όσα έχουν πραγματικά.

Σε εποχές ύφεσης, όσοι δίνουν δάνεια (υποθήκες) είναι διστακτικοί (αν όχι τελείως ανήμποροι) να επεκτείνουν τις δανειακές συμβάσεις. Ακόμα και αν η ύφεση ξεπεραστεί, στα αρχικά στάδια της ανάκαμψης, οι περιορισμοί στα δάνεια (υποθήκες) θα κρατήσουν σχετικά χαμηλά την προσφορά.

Όταν όμως η ανάκαμψη θα επιφέρει αρκετά χρήματα σε όσους δανείζουν, ο ανταγωνισμός θα τους οδηγήσει να μειώσουν δραματικά τα κριτήρια δανεισμού. Επίσης, και πιο σημαντικά, θα αρχίσουν να δανείζουν κατά 100%, αντί για το μειωμένο 70-80% που δάνειζαν πριν. Προφανώς και υπάρχει ο κίνδυνος να δανείσουν πολλά και σε κακοπληρωτές. Αλλά επειδή η στιγμή της αποπληρωμής του δανείου είναι χρονικά πολύ μετά από την σύναψή του, το ρίσκο να χαθεί η αποπληρωμή μεταφέρεται σε ένα ακαθόριστο μελλοντικό χρονικό διάστημα. Εδικιά σε εποχές που οι τιμές στα ακίνητα μοιάζουν να ανεβαίνουν συνεχώς, οι δανειστές έχουν την τάση να μην υπολογίζουν σχεδόν καθόλου την περίπτωση μη-αποπληρωμής. Και έχουν και την εντύπωση πως λειτουργούν ορθολογικά τα τσακάλια. Υπολογίζουν πως, εφόσον αυξάνεται η ζήτηση σε ακίνητα, αυξάνονται και τα έσοδα τους. Επίσης, λόγω της συνεχούς αύξησης των τιμών των ακινήτων, ακόμα και αν δανείζουν στο 100% του κόστους, αν κάτσει η στραβή και σταματήσει ο κακόμοιρος μαλάκας να αποπληρώνει, και αναγκαστούν να βγάλουν το τσαρδί του σε πλειστηριασμό, την στιγμή που θα γίνει η απαλλοτρίωση η τιμή του ακινήτου θα έχει φτάσει (πίστευαν) πολύ παραπάνω από την αρχική του, οπότε θα κάλυπτε και το έλλειμμα που θα είχαν αλλιώς (2).

Τρεις λαλούν και δυο χορεύουν 

Κατά το 2006 φάνηκε πως το ποσοστό αύξησης στις τιμές των ακινήτων είχε μειωθεί σημαντικά. Το τέλος της περιόδου έμοιαζε να έχει φτάσει. Μέχρι το τέλος της χρονιάς, οι τιμές ακινήτων είχαν πραγματικά αρχίσει να πέφτουν.

Πολλοί υπέθεσαν πως η πτώση αυτή οφειλόταν στην απόφαση του Greenspan την προηγούμενη χρονιά να ξανά-ανεβάσει τις τιμές των επιτοκίων. Φαινόταν λογικό πως αφού ο δανεισμός έγινε δυσκολότερος και πιο ακριβός, η ζήτηση στα ακίνητα θα μειωνόταν. Αλλά πολλοί ήταν επίσης και αυτοί που πίστεψαν πως αυτό ήταν μια καθαρά προσωρινή κατάσταση. Από την στιγμή που οι υποψήφιοι αγοραστές θα προσάρμοζαν τις προσδοκίες τους στα ποσά που έπρεπε να αποπληρώσουν (3), η ζήτηση (και συνεπώς οι τιμές) θα συνέχιζαν να ανεβαίνουν.

Μέσα σε αυτήν την κατάσταση, και παρόλο που υπήρχε ο φόβος πως οι τιμές των ακινήτων μπορεί να πέσουν, κανείς δεν πίστευε ότι μια στασιμότητα στην αγορά ακινήτων (ή και κάποια πτώση στις τιμές) μπορούσε να έχει δραματικές συνέπειες, πόσο μάλλον την δημιουργία και επέκταση μιας κρίσης σε άλλους τομείς. Στον βαθμό που οι αγοραστές είχαν τα μέσα να αποπληρώνουν τις υποθήκες, δεν είχε μεγάλη σημασία πόσο θα έπεφταν οι τιμές. Στην χειρότερη περίπτωση, η πτώση των τιμών θα επηρέαζε την αγορά ακινήτων, θα προκαλούσε προβλήματα στους εργαζόμενους (που δεν θα μπορούσαν να πουλήσουν τα σπίτια τους για να αποπληρώσουν την υποθήκη), και, τέλος, θα έβαζε μυαλό στην ανεξέλεγκτη τάση των δανειστών να συνάπτουν δάνεια με υψηλό ρίσκο. Μικρό το κακό.

Υπήρχαν επίσης και αρκετοί λόγοι για να πιστεύει κανείς πως οι υπάρχουσες δικλείδες ασφαλείας μπορούσαν να αποτρέψουν τα χειρότερα. Τα επιτόκια, στην τελική, δεν ανέβηκαν από 1% σε 5% εν μια νυκτί, και μπορούσαν όλοι να προσαρμόσουν τις αποπληρωμές –αν μη τι άλλο με ένα κάποιο κόστος, αλλά σίγουρα όχι κάτι εξωφρενικό. Στην Αγγλία, παραδείγματος χάριν, που η αγορά των ακινήτων είχε μια παρόμοια πορεία, και η άνοδος των επιτοκίων ήταν πολύ πιο απότομη, δεν είχε υπάρξει ραγδαία αύξηση στην στάση πληρωμών των ενυπόθηκων δανείων. Επίσης, όπως είχε παρατηρήσει και ο Greenspan εκείνη την εποχή, η αγορά ακινήτων στην Αγγλία είχε ήδη αρχίσει να δείχνει σημάδια ανάκαμψης.

Όλοι όσοι όμως διατηρούσαν αυτή την βλακώδη αισιοδοξία, αγνόησαν επιδεικτικά τον τεράστιο ροζ ελέφαντα που είχε κατσικωθεί στην μέση του σαλονιού και μασουλούσε ηχηρά τον πολυέλαιο: τα ενυπόθηκα δάνεια υψηλού κινδύνου ή αλλιώς το φιτίλι του μεγάλου μπαμ.

[προηγούμενο μέρος: Κρίση ΙΙΙ. Επόμενο μέρος: Κρίση V]

(1) Αν εσύ θέλεις να αγοράσεις ένα σπίτι που κάνει 100.000 ευρώ δηλαδή, η τράπεζα θα σου δώσει τα 70-80.000 και τα υπόλοιπα θα τα βάλεις εσύ. Δεν θα σου δάνειζε ποτέ η τράπεζα όλο το ποσό.

(2) Πέρα από τις προηγούμενες δικλείδες ασφαλείας, στο παρελθόν οι άνοδοι και οι πτώσεις στην αγορά των ακινήτων εξισορροπούνταν επίσης και από το γεγονός πως υπήρχε (από το τέλος του Β’ παγκοσμίου πολέμου μέχρι περίπου και τις αρχές του ’80) μια σχετική ανοδική πορεία στους μισθούς. Αρκεί να σκεφτεί κανείς πως ήταν λογικό για έναν δημόσιο υπάλληλο στην Ελλάδα, με μια κάποια θητεία και έναν μισθό που είχε μόνο ανοδική πορεία, να συνάψει ένα δάνειο για να πάρει ένα σπίτι -αν όχι για τον ίδιο, τότε για τον κανακάρη του. Έκτοτε βέβαια, οι μισθοί έχουν μειωθεί δραματικά (ή έχουν παραμείνει στάσιμοι), και έχουν αντικατασταθεί από τον δανεισμό.

(3) Θα κόβεις κάτι παραπάνω από τον μηνιαίο σου μισθό για το δάνειο μωρέ μαλάκα, τι σου ζητάνε;

Advertisements