Πριν συνεχιστεί η σειρά κειμένων που στοχεύουν σε μια προσπάθεια κριτικής κατανόησης των βαθύτερων αιτιών της οικονομικής κρίσης, πιστεύω πως ήρθε η ώρα να εμβολίσω την αφήγηση με κάποιες επεξηγήσεις. Όπως αναφέρθηκε από την αρχή, το κείμενο είναι το αποτέλεσμα μιας μελέτης και έρευνας που έχει κρατήσει σχεδόν ένα χρόνο τώρα. Η αρχική ιδέα για μια τέτοια δουλειά καθοδηγήθηκε από δύο παράγοντες: ο ένας αφορούσε την ανάγκη προσωπικής κατανόησης της κρίσης, και ο άλλος την (σύντομη δυστυχώς) απόπειρα να δημιουργηθεί ένα νέο έντυπο στον ελλαδικό χώρο. Στα πλαίσια των συναντήσεων αυτών, με πάνω-κάτω 12-15 συντρόφους/ισσες και φίλους/ες, είχε κριθεί αναγκαίο να ασχοληθούμε με την κρίση με έναν τρόπο που αφενός κάλυπτε τις δικές μας ανάγκες κατανόησης και που ταυτόχρονα ξεπερνούσε τις εμφανείς ελλείψεις που διαπιστώναμε στο ευρύτερο ανταγωνιστικό κίνημα στην ελλάδα. Το αποτέλεσμα της δουλειάς θα ήταν, υποτίθεται, ένα συλλογικό και διαλεκτικό συνονθύλευμα απόψεων και σημείων. Το “εγχείρημα” αυτό εγκαταλείφθηκε μετά από σύντομο χρονικό διάστημα, για λόγους που δεν είναι της παρούσης αλλά που μεταξύ άλλων άπτονται, κατά την γνώμη μου, της ευρύτερης αναποφασιστικότητας και έλλειψης που κυριαρχεί στο ανταγωνιστικό κίνημα, ειδικά όταν έχουμε να κάνουμε με την παραγωγή θεωρίας.

Ο, κατά βάση, ακτιβίστικος χαρακτήρας του αντιεξουσιαστικού/κομμουνιστικού χώρου στην ελλάδα αισθάνεται αμήχανα απέναντι στην θεωρητική δουλειά. Παρόλο που η ανάγκη ύπαρξης θεωρίας δεν μπορεί να αμφισβητηθεί στα σοβαρά από κανέναν, τα πράγματα αλλάζουν όταν περνάμε από την ευκολία της αναπαραγωγής υπαρκτών προσεγγίσεων στην δυσκολία της παραγωγής νέων. Αυτή η διαδικασία εμπεριέχει μια αναγκαστική “ανάληψη ευθύνης” για όσα ειπώνονται και γράφονται, μια συνθήκη που ξενίζει αρκετούς. Συνηθισμένοι καθώς είμαστε οι περισσότεροι να λειτουργούμε αλεξιπτωτικά απέναντι στην επικαιρότητα και τις ανάγκες ενός κινήματος που δεν χάνει ευκαιρία να αυτο-αποκαλείται ανταγωνιστικό/εξεγερσιακό, οι πρωτοβουλίες που παίρνονται αφορούν κατά πλειοψηφία πρακτικές ενασχολήσεις. Η θεωρητική δουλειά εξαντλείται είτε σε αναμασήματα (κακοχωνεμένων ή μη) αντιλήψεων, είτε σε εκείνους που ήδη θεωρούνται “ειδικοί”.

Υπάρχει μια φοβία απέναντι στην “θεωρία”, η οποία κατά συνέπεια της προσδίδει μεταφυσικές ιδιότητες. Για κάποιον περίεργο λόγο, ο οποίος δεν έχει προσεγγιστεί κατάλληλα, η παραγωγή θεωρίας κουβαλάει μια σοβαροφάνεια και, αντίστοιχα, μια ροπή προς το αλάθητο. Δεν επιτρέπεται να κάνεις λάθος, να εκφράσεις αντιφάσεις, να έχεις μια παιχνιδιάρικη διάθεση. Σε αντίθεση με τις πρακτικές μας ενασχολήσεις, για τις οποίες όλοι και όλες αρεσκόμαστε να γκρινιάζουμε (αλλά όχι και να κριτικάρουμε) σε κάθε βήμα, η θεωρητική επεξεργασία δεν επιδέχεται τέτοιες αμφιταλαντεύσεις. Με αυτή την νοοτροπία (ή και με τις δικαιολογίες που πηγάζουν από μια τέτοια νοοτροπία), το αποτέλεσμα είναι μια φτώχεια η οποία δεν μπορεί πλέον να γίνει ανεκτή.

Η οικονομική, και συνεπακόλουθα κοινωνική, κρίση που είναι εκρηκτικά εμφανής στην Ελλάδα και η οποία έχει αρχίσει να κάνει την απειλητική της εμφάνιση και σε άλλες χώρες, δεν μας αφήνει κανένα απολύτως περιθώριο εφησυχασμού και σκαλώματος στους παλιότερους ρόλους που τόσο μας βόλευαν. Τα πράγματα έχουν αλλάξει ριζικά και πρέπει να γίνει κατανοητό πως δεν συζητάμε πλέον για την τάδε φοιτητική πορεία, ή για το τάδε αντιπολεμικό συλλαλητήριο, συγκυρίες οι οποίες μας επέτρεπαν να κρατάμε αποστάσεις. Οι ζωές όλων έχουν επηρεαστεί από τον κατακλυσμό της κρίσης, και σε πολλές περιπτώσεις αμετάκλητα.

Η ανάγκη να κοιτάξουμε στο μέλλον, που έχει ανοιχτεί μπροστά μας με έναν ιστορικό τρόπο άνευ προηγουμένου, μας έχει αναγκάσει (τόσο τους ανθρώπους πίσω από το cognord όσο και τους συντρόφους και τους φίλους με τους οποίους συμπορευόμαστε τόσα χρόνια) να ξεχάσουμε κάποιες από τις πολιτικές και θεωρητικές “παραδόσεις” που μας κατέστησαν αυτό που είμαστε σήμερα. Με αυτό τον τρόπο, ξεχάσαμε πως η θεωρητική δουλειά είναι και αυτή διαλεκτική με όλη την σημασία της λέξης, είναι ένας δρόμος που διανθίζεται από λάθος εκτιμήσεις, κακό- ή καλό-αντιγραμμένες απόψεις, και ένα σκασμό άλλες μαλακίες. Αυτή είναι η απαραίτητη διαδρομή. Κι όμως, παρόλο που δεν είμαστε επαγγελματίες της θεωρίας, και δεν θελήσαμε και ποτέ να γίνουμε τέτοιοι, αρνούμαστε να κάνουμε αυτό το μετέωρο βήμα.

Η θεωρητική δουλειά δεν προκύπτει ex nihilo. Αντιθέτως είναι μια διαδικασία που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων την αντιγραφή, την λογοκλοπή, ακόμα και την αλλοίωση υπαρκτών κειμένων για τους λόγους που επιβάλλει μια νέα συνθήκη. Έτσι λοιπόν κινείται και η σειρά κειμένων για την κρίση που δημοσιεύεται σε συνέχειες στο cognord. Κατά την έρευνα, αλλά και την συγγραφή του κειμένου, έχω κλέψει, αντιγράψει, ή και αλλοιώσει μέρη ή αυτούσια κομμάτια από κείμενα τα οποία θεώρησα χρήσιμα. Κάποια από αυτά δεν υπάρχουν στα ελληνικά, αλλά δεν υπήρχε λόγος να μεταφραστούν ολόκληρα. Άλλα μπορεί και να υπάρχουν, αλλά υπήρχαν διαφωνίες όσων αφορά κάποια συμπεράσματα ή επιμέρους παρατηρήσεις. Όπως και να έχει, και αυτό είναι το βασικότερο σημείο, ο στόχος είναι να επιτευχθεί μια νέα σύνθεση η οποία χρησιμοποιεί όλες τις ενδιαφέρουσες πηγές (καθώς και όσες ανεπαίσθητα βρίσκονται κλειδωμένες στο μυαλό μας χωρίς να τις αποδίδουμε βιβλιογραφικά) ώστε να παραχθεί κάτι που, όσο και αν πηγάζει από αλλού, παραμένει στην τελική του μορφή κάτι καινούριο. Το αν θα έχει λάθη ή αντιφάσεις, το αν θα καταφέρει να πείσει και να επηρεάσει -εν μέρει ή στο σύνολο του- είναι κάτι που αφορά πάνω από όλα εκείνους και εκείνες που το διαβάζουν, και πιο σημαντικά, εκείνους και εκείνες που επιλέγουν να το κριτικάρουν, να το διορθώσουν, να το εμπλουτίσουν.

We forget terror too easily” (Le Carre)
Η παραγωγή θεωρίας έχει και ένα άλλο χαρακτηριστικό: είναι μια διαρκής διαδικασία αφαίρεσης. Είναι αποτέλεσμα μιας απαραίτητης αποστασιοποίησης από τα τεκταινόμενα, δύο βήματα πίσω από την πρακτική, με στόχο όμως να ξαναβρεθούμε δύο βήματα μπροστά σε μια αλληλουχία εναλλαγών.

Οι προσωπικές μας αφηγήσεις από την κρίση δεν έχουν να κάνουν ούτε με τα τοξικά ενυπόθηκα δάνεια της αμερικής, ούτε με την αδυναμία καπιταλιστικής συσσώρευσης ή και τις αφαιρετικές αντιφάσεις της καπιταλιστικής σχέσης. Αυτά τα βιώνουμε μόνο δευτερευόντως, σαν υποκείμενα που είχαμε την ατυχία και την τύχη να βρεθούμε στο επίκεντρο ενός ξεσπάσματος αυτών των αντιφάσεων. Είναι οι αιτίες που μας οδηγούν σε ανατρεπτικές διαδρομές, οι οποίες όμως δεν είναι άμεσες και χειροπιαστές. Οι άμεσες εμπειρίες μας έχουν να κάνουν με τις συγκρούσεις που ζήσαμε στους δρόμους της μητρόπολης, με τα χαμόγελα που χαρίζουμε ο ένας στην άλλη όταν βιώσαμε κάτι έντονο, με τις απογοητέυσεις όταν νιώσαμε ηττημένοι. Έχουν να κάνουν με μια υφέρπουσα απόγνωση όταν δεν καταφέρνουμε να ζούμε με όρους που επιλέγαμε παλιότερα, με στεναχώριες και απώλειες. Έχουν να κάνουν και με κάποια αγάπη ή εγγύτητα που παρέμεινε ανείπωτη γιατί την παρέσυρε ο κακοποιός χρόνος. Είναι όμως σαφές πως η αμεσότητα αυτών των εμπειριών δεν αρκεί για να καταλάβουμε ούτε τι συμβαίνει τώρα, ούτε και τι θα έρθει στο μέλλον.

Φευγοντας από την Ελλάδα πριν από καποιους μήνες, δεν προσπάθησα να αντιμετωπίσω μόνο κάποια προσωπικά αδιέξοδα, αλλά και να πραγματοποιήσω αυτή την απαραίτητη απόσταση από αυτή την αμεσότητα, από την “τυρρανία της οικειότητας”. Γράφοντας λοιπόν απο (χιλιομετρική) απόσταση, επιχειρώ να εστιάσω σε εκείνες τις πτυχές της κρίσης που δεν φωτίζονται (ακόμα) από τα οδοφράγματα και τις φωτιές, που δεν υποχωρούν όταν αισθανόμαστε απομονωμένοι ή απογοητευμένοι, που δεν επηρεάζονται από τον εκνευρισμό, την μιζέρια ή την μοναξιά μας. Μπορεί αυτή η διαδικασία να βοηθήσει σε κάτι; Κανείς δεν ξέρει. Το ταξίδι όμως αξίζει γιατί ακόμα και έτσι, από απόσταση, χτίζουμε σχέσεις.

[Συνέχεια: Κρίση VI]

Advertisements