Νομιμοποιημένοι, κάπως γραφικοί αλλά κατά τα άλλα σεβαστοί πολιτικοί· απόστρατοι, στρατιωτικοί και στρατόκαυλοι· ακροδεξιοί, φασίστες, και άλλα δίποδα· διαχειριστές και δημιουργοί αυτού του βολικού μεταφυσικού πράγματος που λέγεται “κοινή γνώμη”. Όλοι αισθάνθηκαν κάποια στιγμή την ανάγκη να υπενθυμίσουν πως, κάποιες φορές, η επέμβαση του στρατού επιβάλλεται από μια κοινωνική αναταραχή. Εκφέροντας αυτά τα λόγια διαταράσσουν κάπως το μοντέλο της αστικής εξουσίας των τελευταίων δεκαετιών, το οποίο χτίστηκε ακριβώς πάνω στην έλλειψη μιας τέτοιας εκδοχής για την επίλυση των κοινωνικών αντιφάσεων. Προκαλούν την οργή των δημοκρατικών πολιτών. Άθελα τους ομως αποκαλύπτουν πως, πέρα από κάθε θεωρητικό μοντέλο και κάθε ιδεολογική κάλυψη των κοινωνικών σχέσεων, η ουσία του κράτους παραμένει να είναι ο κυρίαρχος, ο μοναδικός, και ο σημαντικότερος εκφραστής της βίας στην κοινωνία. Τοποθετούν το κράτος εκεί που του αρμόζει: ως την συμμορία που έχει τα καλύτερα όπλα, την εκπαίδευση και την συστηματική παρουσία μέσα στον χρόνο. Συνάμα, έχει και την κοινωνική συναίνεση.

Η τελευταία κερδίζεται και αναδημιουργείται ανταλλακτικά -όπως και κάθε τι άλλο στον καπιταλισμό. Το κράτος επιβάλλει βία και προστασία. Επιβάλλει βία μέσω της καταστολής, της φορολόγησης, της ποινικής δίωξης, μέσω του καθορισμού του αφηρημένου σύγχρονου υποκειμένου. Κερδίζει συναίνεση όταν χρησιμοποιεί τα χρήματα της φορολογίας για να φτιάξει νοσοκομεία, σχολεία, δρόμους, σήμανση. Όταν πληρώνει τους δημοσίους υπαλλήλους για να διαχειρίζονται την απαραίτητη γραφειοκρατία του μοντέρνου κόσμου ή για να μαζέψουν τα σκουπίδια του καταναλωτισμού μας. Όταν διαμεσολαβεί ενίοτε για να προστατέψει τον “πολίτη” από τις σκανδαλώδεις καταχρήσεις ενός εκμεταλλευτικού οικονομικού συστήματος.

Oι εξτρεμιστές, οι ονειροπόλοι, οι μη-ρεαλιστές, οι αιθεροβάμονες, και διάφοροι τέτοιοι μαλάκες έχουν την κακή συνήθεια να αναφέρονται μόνο στην πρώτη εκδοχή. Η δεύτερη ανήκει στους νομοταγείς πολίτες, στους φορείς του ρεαλισμού, στους πιστούς μιας ατάραχης νομιμότητας. 

* * * 


Το κράτος είναι ο πιο επιτυχημένος νταβατζής των τελευταίων αιώνων. Και όλες εμείς, σαν καλές πουτάνες, ακροβατούμε ανάμεσα στην αποδοχή, την δικαιολόγηση ή και την περιστασιακή εξέγερση. Τι γίνεται όμως όταν παύει να λειτουργεί αυτή η ανταλλαγή, όταν όλα αυτά από τα οποία το κράτος αντλεί την συναίνεση των πολιτών καταρρέουν; Το μόνο που μένει στο τοπίο είναι η βία. Αν κάτι προκαλεί εντύπωση τώρα πια είναι η έκπληξη που δημιουργεί αυτή η εξέλιξη.

Οι εκκλήσεις για δυναμικές εκτροπές, οι φήμες για πραξικοπήματα, οι αναφορές και οι αντιδράσεις για τον ρόλο του στρατού εν όψει μιας κοινωνικής κρίσης έχουν αποκτήσει μια νέα λειτουργία. Θάβουν το προφανές: η εκτροπή είναι ήδη εδώ. Έχει ορίσει τους εχθρούς της, παρόλο που η λίστα δεν έχει κλείσει. Έχει προετοιμάσει το κοινωνικό πλαίσιο που θα συνταχθεί ενάντια σε αυτούς τους εχθρούς, παρόλο που δεν χρειάζεται να φτάσει στα φασιστικά “άκρα” για να το επιτύχει.

Ο νομοταγής οπαδός του αστικού πολιτισμού εξακολουθεί να βλέπει ένα τεράστιο χάσμα μεταξύ του “δεν χωράμε όλοι” και των μαχαιρωμένων μεταναστών. Όσοι όμως έχουν την ατυχία να έχουν ψυλλιαστεί πως τις υποσχέσεις του καπιταλιστικού κόσμου πλέον τις κατουράνε και οι σκύλοι, καταλαβαίνουν πως η απόσταση των παραπάνω είναι ένα τσιγάρο δρόμος. Όλα τα ενδιάμεσα δικαιολογίες του αποτραβηγμένου, χαζεμένου τηλεθεατή που έχει μάθει να αποστασιοποιείται από τα “άκρα”, από τις “ακραίες” απόψεις, από κάθε άποψη. Να κολυμπάει ευτυχισμένος στην κολυμπήθρα του νηφάλιου ρεαλισμού, να χαιδεύεται με την κουλτούρα της δημοκρατίας και της ανεκτικότητας που επιδεικνύει παντού, εκτός από εκεί που ίσως να είχε σημασία. “Μακριά από εμάς οι ακρότητες”: και ας στάζει αίμα στους δρόμους τους Πετραλώνων, στα μπουντρούμια της ΓΑΔΑ, στις πλατείες.

Το έδαφος που έχει καλύψει η αντιδραστική πλευρά του κράτους, που τόσο αγαπάνε οι αριστεροί όταν φαντασιώνονται ή ψεύδονται για την ουδετερότητα του, είναι γιγαντιαίο. Αυτό είναι το ποτάμι που δεν γυρνάει πίσω. Μπάτσοι που προσαγάγουν, συλλαμβάνουν και ξυλοκοπούν κατά βούληση, συντονισμένες επιχειρήσεις “εκκαθάρισης”, δολοφονίες. Έχει σημασία αν αυτό θα ονομαστεί χούντα ή κάτι άλλο; Καμία. Οι κοινωνικές σχέσεις πάντα κρύβονται πίσω από τις λέξεις.

Είναι αυτή η απεικόνιση μια σύνηθης υπερβολή την οποία συμμερίζονται μόνο μια χούφτα ακραίοι; Πολύ πιθανό. Αλλά ας το πει αυτό κάποιος στον Σαχτζάτ Λουκμάν, στην οικογένεια και στους φίλους του που δεν θα τον ξαναδούν ποτέ επειδή έκανε το λάθος να πάει με το ποδήλατο στην κωλοδουλειά του. Ας το πει στους αντιφασίστες διαδηλωτές που βασανίστηκαν στην ΓΑΔΑ επειδή έκαναν το λάθος να αναμετρηθούν με τους μισάνθρωπους που εξαπόλυσαν ρατσιστικά πογκρόμ σε μια γειτονιά με εκατοντάδες ξένους. Ας το πει σε όλους τους μετανάστες που φοβούνται πλέον να κυκλοφορούν τα βράδια. Ας το πει στην κοπέλα που προσήχθη κάποιο βραδυ πριν από λίγες μέρες στην πλατεία Εξαρχείων επειδή καθόταν σε μια γωνία και τόλμησε να γελάσει με τις μαλακίες και την γελοιότητα των μπάτσων. Ας το πει στην άλλη κοπέλα που έχασε το μωρό της γιατί δεν υπήρχε γιατρός στο κωλόνησο που ζούσε, και ο εισαγγελέας την διώκει για παραμέληση.

Όταν τους πείσετε αυτούς, θα σταματήσουμε και εμείς να γκρινιάζουμε.

Advertisements