Η οικονομική κρίση έρχεται στην Ευρώπη

Και ξαφνικά, στην νέα σεζόν του σίριαλ που λέγεται «οικονομική κρίση», ένας πρώτο-εμφανιζόμενος χαρακτήρας έκανε θραύση: το τυράκι του δημοσίου χρέους. Με μια αξιοζήλευτη ντρίμπλα εκπληκτικής ευλυγισίας, η μετατόπιση του δημόσιου λόγου (η απουσία δηλαδή πραγματικού λόγου, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία) προς τα προβλήματα του δημοσίου χρέους έγινε ακριβώς κάτω από την υπερτροφική μύτη μας και δεν πήραμε μυρωδιά: αντ’ αυτού βρεθήκαμε να χρωστάμε τον πάτο μας. Σε όλους και για όλα.

Πως φτάσαμε εκεί; Προς τα τέλη του 2009 είχε εμφανιστεί η φημολογία πως τα χειρότερα έχουν περάσει. Οι συνδυασμένες παρεμβάσεις του κράτους είχαν καταφέρει να κάνουν τους διαφόρους αξιωματούχους να δίνουν συγχαρητήρια ο ένας στον άλλο για τις φανταστικές τους πολιτικές, καθώς είχαν επαναφέρει μια σταθερότητα στο τραπεζικό σύστημα και στις αγορές, μετατοπίζοντας το βάρος της «αποπληρωμής» προς τους μαλάκες προλετάριους παγκοσμίως. Συνεχιζόμενες απολύσεις, part-time δουλειές και δραστική μείωση του βιοτικού επιπέδου: σε κάθε πιθανή γωνία, τα αφεντικά άρπαξαν την ευκαιρία που τους προσέφερε η οικονομική κρίση για να επιβάλλουν αλλαγές στις εργασιακές συνθήκες προς όφελος τους.

Ταυτόχρονα, οι κρατικές παρεμβάσεις είχαν δείξει πως ακόμα και στην περίπτωση που κάποια μεγάλη τράπεζα ή κάποιος χρηματιστικός θεσμός θα βρισκόταν ξαφνικά αντιμέτωπος με μια πιθανή χρεοκοπία, δεδομένου πως οι αγορές ήταν ακόμα εύθραυστες και τα «τοξικά» κατάλοιπα ακόμα κόβαν βόλτες στην αγορά, η λύση ήταν ήδη στο τσεπάκι τους. Τα κράτη δανειζόντουσαν και ξόδευαν αφειδώς, με στόχο να αποτραπεί η κατάρρευση του ιδιωτικού τομέα: bail-outs να φάνε και οι κότες. Μοναδικό πρόβλημα στην αφήγηση αυτή: η αύξηση του δημοσίου χρέους. Μπροστά στην υποτιθέμενη σταθερότητα όμως που επέφεραν αυτές οι πολιτικές στην παγκόσμια οικονομία και τις αγορές της, το κόστος ήταν –προς το παρόν- αδιάφορο. Στην τελική, η αύξηση του δημοσίου χρέους μετακυλάει αποτελεσματικά και χωρίς άμεσα προβλήματα το κόστος της κρίσης στους φορολογούμενους –κατά βάση δηλαδή στους προλετάριους.

Οι διάφορες τράπεζες άρχισαν να αγοράζουν κρατικά ομόλογα αβέρτα, τα οποία θεώρησαν περισσότερο ασφαλή από τις «τοξικές» μαλακίες που αγόραζαν τόσο καιρό, καλύπτοντας έτσι δύο άμεσες ανάγκες: την απόκτηση αρκετών κεφαλαίων τα οποία ήταν πλέον απαραίτητα λόγω των περιορισμών που επέβαλαν οι χρηματιστικές αρχές, καθώς και το να πείσουν τους εμπορικούς εταίρους τους πως είχαν αρκετή εφεδρεία για να καλύψουν τίποτα ξαφνικές και αναπάντεχες απώλειες. Με τον ίδιο τρόπο καβατζωνόντουσαν και τα κράτη: σίγουρα πως θα βρουν αρκετούς αγοραστές για τα ομόλογα τους, εφόσον όλοι αγόραζαν, πίστεψαν πως βρήκαν και τον τρόπο να χρηματοδοτήσουν τα ελλείμματα τους. Στην χειρότερη περίπτωση, θα κατέφευγαν σε «ριζοσπαστικές» λύσεις τύπου quantitative easing, μια διαδικασία δηλαδή που οι κεντρικές τράπεζες ουσιαστικά τυπώνουν τα έξτρα χρήματα που χρειάζονται, πατώντας κάνα δυο κουμπάκια σε έναν υπολογιστή.

Όλα καλά και όλα ωραία λοιπόν, μέχρι που διάφοροι θεσμοί τύπου ΔΝΤ, άρχισαν να προειδοποιούν πως η κατάσταση αυτή δεν μπορεί να συνεχιστεί για πολύ καιρό, καθώς η αύξηση του δημοσίου χρέους θα γινόταν επικίνδυνη μόλις θα άρχιζε η οικονομία να παίρνει τα πάνω της, για τον απλούστατο λόγο πως τα κρατικά ομόλογα θα άρχιζαν να ανταγωνίζονται άλλες μορφές επενδύσεων που, αν και λιγότερο ασφαλή, θα προσέφεραν καλύτερη απόδοση. Πρότεινε λοιπόν το ΔΝΤ την υιοθέτηση διαφόρων στρατηγικών εξόδου από τις πολιτικές που τόσα είχαν προσφέρει στην προηγούμενη περίοδο της άμεσης κρίσης, και πιο συγκεκριμένα, την σταδιακή μείωση των ελλειμμάτων.

Οι προτάσεις αυτές ενθουσίασαν αρκετούς. Μέσω των νέων στρατηγικών σχεδιασμών, πολλοί είδαν μια ευκαιρία να επιβάλλουν νέο-φιλελεύθερες πολιτικές σε διάφορα κράτη τα οποία δεν είχαν καταφέρει μέχρι στιγμής, για πολλούς και διάφορους λόγους, να τις προωθήσουν. Όπως και να έχει η αντιμετώπιση της κρίσης μέχρι εκείνη την στιγμή είχε δείξει την τρομακτική αδυναμία των προλετάριων να αντιδράσουν. Έχοντας επιβάλλει σημαντικές αλλαγές στον ιδιωτικό τομέα με μεγάλη ευκολία (1), η στιγμή έμοιαζε κατάλληλη για να επιβληθούν και αντίστοιχες ριζικές μετατροπές σε εκείνα τα κράτη τα οποία εξακολουθούσαν να διατηρούν ανεπίτρεπτες ισορροπίες μέσω των συνδικάτων και του ταξικού ανταγωνισμού στους μισθούς του δημοσίου, τις συντάξεις και τις κρατικές δαπάνες, καθώς επίσης και μια καθυστέρηση στις πολυπόθητες ιδιωτικοποιήσεις.

The Greek Pig

Όταν στις αρχές του 2010 ανακοινώθηκε από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ πως, στην πραγματικότητα, το δημόσιο χρέος ήταν μεγαλύτερο από αυτό που είχαν δηλώσει οι κυβερνητικοί εκπρόσωποι στους ευρωπαίους εταίρους, επικράτησε ένας μικρός πανικός. Προφανώς και οι αντιδράσεις αυτές ήταν σκηνοθετημένες για να δικαιολογήσουν τις επακόλουθες κινήσεις: το ποσοστό των «ψεύτικων» στοιχείων που είχε δώσει η ελληνική κυβέρνηση ήταν σχετικά αμελητέο συγκριτικά με το σύνολο του δημοσίου χρέους, και είναι επίσης σαφές πως όσοι κατείχαν ομόλογα του ελληνικού δημοσίου και καίγονταν για τις αποδόσεις τους παρακολουθούσαν από κοντά τις εξελίξεις, και είχαν σίγουρα μια αρκετά ξεκάθαρη εικόνα της πραγματικής κατάστασης. Αλλά τέτοιες λεπτομέρειες δεν είχαν σημασία εκείνη την στιγμή. Αυτό που είχε σημασία ήταν πως με ένα σμπάρο εμφανίστηκαν ξαφνικά πολλά τρυγόνια (2).

Η επίσημη αφήγηση έδινε πάσα για την εξιστόρηση και εγκαθίδρυση μιας αφήγησης που θα βόλευε τους πάντες –εκτός από τους μαλάκες τους προλετάριους. Τα γουρουνάκια του νότου, με πρώτο και καλύτερο γουρούνι την Ελλάδα, ήταν στην ουσία ψιλό-απατεώνες και ψεύτες, καθώς και τεμπέληδες που ξόδευαν παραπάνω από ότι παρήγαγαν. Ο κρατικός μηχανισμός δεν παρείχε πλέον καμία εγγύηση πως προχωρούσε στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις που επέβαλλαν οι νέες συνθήκες, και από πλευράς εργασιακών συνθηκών παραήταν χαλαρός. Το γεγονός πως μέχρι και το 2009 υπήρξε μια (μικρή αλλά παρόλα αδικαιολόγητη) αύξηση μισθών στην Ελλάδα συμπλήρωνε το παζλ. Ένα μακρύ και οδυνηρό μαστίγιο ήταν απαραίτητο, και δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να το επιβάλλεις από το να πείσεις αυτούς που θα το φάνε πως είναι για το καλό τους.

Παρόλο που πιθανότατα να υπήρχαν και άλλες λύσεις για να αντιμετωπιστεί αυτή η «ξαφνική» ανακάλυψη του ύψους του δημοσίου χρέους της Ελλάδας,  υπήρχε και ένας ακόμα πιο σοβαρός λόγος για τον οποίο το μαστίγιο έπρεπε να είναι τόσο οδυνηρό: υπήρχε σοβαρή αμφιβολία, κρίνοντας από τις επιδόσεις των κυβερνήσεων στο παρελθόν, και το επίπεδο τόσο του ταξικού ανταγωνισμού όσο και των ιδιαίτερων συνθηκών της ταξικής ισορροπίας στην Ελλάδα μέσω του διαδεδομένου πελατειακού συστήματος, του κατά πόσο μια κυβέρνηση θα κατάφερνε όντως να επιβάλλει τόσο δραστικές λύσεις χωρίς να υποκύψει στα προβλεπόμενες αντιδράσεις.

Μαζί με όλα αυτά, έχει μια σημασία να αναφερθεί πως το βασικότερο πρόβλημα του χρέους στην Ελλάδα ήταν, όχι το μέγεθος του, αλλά το γεγονός ότι ήταν κατά βάση βραχυπρόθεσμο. Ο μοναδικός τρόπος λοιπόν για την Ελλάδα να βρει τα απαραίτητα χρήματα για να αποπληρώσει τις άμεσες οφειλές ήταν να πουλήσει νέα ομόλογα με μεγάλη έκπτωση, προσφέροντας έτσι καλύτερη απόδοση στους αγοραστές. Αυτό όμως σήμαινε αυτομάτως την αύξηση του χρέους. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα.

Τον καιρό που ακόμα συζητιόταν το αν θα επέλθει μια διάσωση για το πρόβλημα του ελληνικού χρέους, και αντιμέτωποι με τον κίνδυνο πως αυτή δεν θα ερχόταν άμεσα, διάφοροι μικρό-ομολογιούχοι άρχισαν να πουλάνε τα ομόλογα τους και διάφοροι άλλοι σπεκουλαδόροι άρχισαν να στοιχηματίζουν πάνω στην επικείμενη κατάρρευση. Αποτέλεσμα ήταν να πέσουν οι τιμές των ελληνικών ομολόγων. Αλλά: το θέμα των βραχυχρόνιων ομολόγων αφορούσε ομολογιούχους του ιδιωτικού τομέα. Γιατί στην πραγματικότητα, οι μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες που είχαν ελληνικά κρατικά ομόλογα δεν είχαν την επιλογή να τα ξεφορτωθούν, χωρίς να οδηγήσουν έτσι κατευθείαν σε αναγκαστική παύση πληρωμών το ελληνικό κράτος, το οποίο δεν θα μπορούσε να αντέξει μια τόσο απότομη πτώση στις τιμές. Αντιθέτως λοιπόν, οι μεγάλες τράπεζες πείστηκαν και από τις κυβερνήσεις τους τόσο να κρατήσουν τα ελληνικά ομόλογα όσο και να αγοράσουν νέα, χρηματοδοτώντας έτσι τις ανάγκες του ελληνικού κράτους (3).

Ήταν μονόδρομος τα μέτρα που πάρθηκαν τελικά; Από ότι φαίνεται όχι. Ακόμα και στα πλαίσια του ίδιου του συστήματος, και με στόχο την διαχείριση της κρίσης στην οικονομία και του επερχόμενου πανικού, θα μπορούσαν να έχουν παρθεί μέτρα άλλης μορφής. Παραδείγματος χάριν, θα μπορούσαν οι υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης να δανειστούν λεφτά από τις αγορές και να αγοράσουν ελληνικά μακροπρόθεσμα ομόλογα. Με αυτόν τον τρόπο θα πετύχαιναν 3 πράγματα: η Ελλάδα θα έκανε μια σχετική αναδιάρθρωση του χρέους της, ανταλλάσσοντας τα επικίνδυνα βραχυπρόθεσμα ομόλογα με μέσο/μακροπρόθεσμα. Αυτό θα απομάκρυνε τον άμεσο κίνδυνο παύσης πληρωμών. Και τέλος, η διαδικασία αυτή θα μείωνε το βάρος του ελλείμματος, διευκολύνοντας την Ελλάδα να αποπληρώσει το χρέος της. Ταυτόχρονα, επιτρέποντας στην ελληνική κυβέρνηση να αποπληρώσει τα βραχυπρόθεσμα, αυτομάτως μειωνόταν το ρίσκο των ευρωπαϊκών τραπεζών που είχαν ελληνικά ομόλογα.

Αυτή η λύση δεν θα χρειαζόταν καν «ριζοσπαστικές» λύσεις τύπου quantitative easing, παρά μόνο ενδο-κρατικές συμφωνίες, υπό το βλέμμα της ΕΚΤ. Όμως, η λύση αυτή ήταν αντίθετη με την υπάρχουσα νομοθεσία που διέπει την ευρωζώνη. Το άρθρο 125 της Consolidated treaty on the functioning of the European Union απαγορεύει τα bail-outs μεταξύ των κρατών-μελών (4) παρόλο που σε ειδικές περιπτώσεις, το  άρθρο 122 λίγο παραπάνω δίνει το δικαίωμα τέτοιου είδους παρεμβάσεων (5). Σίγουρα η οικονομική κρίση ήταν μια από αυτές. Και αν υπολογίσουμε το γεγονός πως η επιβάρυνση του ΑΕΠ των υπολοίπων χωρών της ευρωζώνης, ακόμα και στην ακραία περίπτωση που θα αγόραζαν όλο το δημόσιο χρέος της Ελλάδας, ήταν της τάξεως του 2-3%, είναι εμφανές πως το κόστος ήταν πραγματικά ανούσιο. Μια τέτοια κίνηση επίσης θα έπειθε τις αγορές πως τα γουρουνάκια του νότου δεν θα οδηγούνταν σε παύση πληρωμών.

Διάσωση μεν, αλλά με κόστος δε.

Κάτι τέτοιο όμως δεν έγινε. Οι λόγοι είναι διάφοροι, και θα πρέπει ίσως ήδη να ξεκαθαριστεί ότι σίγουρα ένας από τους λόγους είναι πως και οι υπεύθυνοι διαχείρισης της κρίσης βαδίζουν σε μεγάλο βαθμό στα τυφλά. Αυτό είναι μια διαπίστωση που έχει μεγάλη σημασία και έχει σε μεγάλο βαθμό αγνοηθεί, ακόμα και από ριζοσπαστικές αναλύσεις. Προς το παρόν ας αναφέρουμε απλά πως μέχρι τώρα η αντιμετώπιση της κρίσης αποτελείται από μια σειρά προκάτ μέτρων (πετσόκομμα μισθών και δαπανών, ιδιωτικοποιήσεις, κτλ) τα οποία είναι πανομοιότυπα με αυτά που έχουν χρησιμοποιηθεί σε κάθε κρίση. Αλλά σε αυτό το θέμα, και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από αυτό, θα επανέλθουμε σε άλλο σημείο του κειμένου.

Σε ένα πρώτο επίπεδο ανάλυσης, ας πούμε πως ένας βασικός λόγος που δεν επιλέχθηκε αυτή η σχετικά ανώδυνη λύση μοιάζει να είναι η εξής συλλογιστική: οποιαδήποτε «λύση», έστω και πρόσκαιρη, για τα ζητήματα που αντιμετώπιζε η ευρωζώνη (και κατ’ επέκταση η παγκόσμια οικονομία), έπρεπε να συμπεριλαμβάνει όλες τις ευκαιρίες που δημιούργησε η κρίση. Ποιες ήταν αυτές: ασχέτως του τρόπου μέσω του οποίου θα επιλεγόταν να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα του δημοσίου χρέους, της αποπληρωμής των ομολόγων, και της χρηματοδότησης των τραπεζών, η κρίση παρουσίαζε μια σχετικά αναπάντεχη ευκαιρία να επιβληθούν μέτρα λιτότητας άνευ προηγουμένου, σε όλες τις χώρες της Ευρώπης. Ως αντάλλαγμα για την «διάσωση» των ελλειμματικών κρατών, η ΕΕ και η ΕΚΤ θα επέβαλλαν δημοσιονομικές προσαρμογές σε όσα κράτη έκαναν μέχρι στιγμής τους κινέζους –δηλαδή θα επέβαλλαν μια αναπροσαρμογή που να συγκλίνει στους μέσους όρους που είχε επιτύχει η ευρωζώνη. Αυτός ήταν ο ρητός και αναμφισβήτητος στόχος του πρώτου Μνημονίου και όχι το πρόβλημα του δημοσίου χρέους. Όσοι έκατσαν τότε και το διάβασαν, μέσα στην αναμπουμπούλα και το σοκ που προκάλεσε η προσφυγή, θα το θυμούνται.

Η πολιτική που επιλέχθηκε είχε πολλαπλούς στόχους, γιατί αντιμετώπιζε και πολλαπλά ζητήματα. Πέρα από την Ελλάδα η οποία, ως αδύναμος κρίκος της Ευρώπης, ήταν αναγκασμένη να αποδεχτεί μια σειρά από μέτρα που μεταρρυθμίζαν ριζικά την οικονομική της πολιτική, είδαμε πως και άλλες χώρες της Ευρώπης προχώρησαν σε μέτρα λιτότητας σε μια διαφημισμένη καμπάνια να μειώσουν τα ελλείμματα τους, μέσω της μείωσης μισθών, συντάξεων και επιδομάτων, κρατικών δαπανών, και προχωρώντας σε ιδιωτικοποιήσεις. Σε αντίθεση με τις υπόλοιπες χώρες όμως (τουλάχιστον προς το παρόν), στην Ελλάδα η επιβολή των μέτρων ήταν σχεδόν σίγουρο πως θα οδηγούσε (όπως και το έκανε τελικά) σε παρατεταμένη ύφεση της οικονομίας, σε μια υπέρ-διόγκωση του δημοσίου χρέους, και σε σταδιακή καταστροφή του οικονομικού ιστού της χώρας.

Παρόλα αυτά, επιλέχθηκε τελικά, και μετά από κάποιες μέρες σχετικής αγωνίας, η βοήθεια προς την Ελλάδα (με αντάλλαγμα την επιβολή πολύ αυστηρών μέτρων λιτότητας), καθώς και η δημιουργία ενός ευρωπαϊκού μηχανισμού διάσωσης, στην πολύ πιθανή περίπτωση που άλλα γουρουνάκια του νότου έφταναν σε παρόμοιο σημείο με την Ελλάδα. Το αποτέλεσμα ήταν το ESM (European Stability Mechanism), ένας μηχανισμός που θα μπορούσε να λειτουργεί έξω από τις συμφωνίες που απαγόρευαν τα bail-outs. Προφανώς ήταν απαραίτητο να συνταχθούν ένα σωρό συγκεκριμένες οδηγίες που να διέπουν την λειτουργία αυτού του μηχανισμού, με στόχο να εξασφαλιστεί το γεγονός πως οποιαδήποτε χρήση του μηχανισμού θα συνοδευόταν από μια σειρά μέτρων λιτότητας.

Παρόλο που προς στιγμή φάνηκε πως, τόσο το πρόβλημα της Ελλάδας, όσο και η πιθανότητα να οδηγηθούν σε παύση πληρωμών άλλες χώρες της νότιας Ευρώπης, αποφεύχθηκε, οι περισσότεροι διατηρούσαν τις αμφιβολίες τους. Το ESM ήταν ένα βήμα προς την σωστή κατεύθυνση, αλλά στην πραγματικότητα –εξαιρώντας την Ελλάδα, της οποίας το πρόβλημα ήταν ποσοστιαία πολύ μικρότερο από άλλες χώρες του νότου –εάν πράγματι άλλες χώρες έφταναν σε αντίστοιχα επίπεδα, το ESM παραήταν δυσκίνητο. Η επιμονή να ακολουθηθεί μια μακροχρόνια διαδικασία επιλογής των κατάλληλων συμφωνιών που θα καθοδηγούσαν την λειτουργία του μηχανισμού αυτού σήμαινε για πολλούς πως εάν, παραδείγματος χάριν, η Ισπανία (4ο μεγαλύτερο ΑΕΠ της ευρωζώνης) αδυνατούσε να αποπληρώσει δικές της οικονομικές υποχρεώσεις, το ESM θα έφτανε πολύ αργά.

Αποφασίστηκε λοιπόν να φτιαχτεί ένα προσωρινό, αλλά ταχύτερο, μέσο αντιμετώπισης τέτοιων κινδύνων. Αυτό οδήγησε στην δημιουργία του EFSF (European Financial Stability Facility). Αυτό θα λειτουργούσε ως αυτόνομη νομική οντότητα, θα παρέκαμπτε τους υπάρχοντες περιορισμούς της ευρωζώνης, και θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει άμεσα τα προβλήματα τα οποία όλοι περίμεναν πως μπορεί να εμφανιστούν από στιγμή σε στιγμή. Για αρχή, και μέχρι να οριστικοποιηθεί η πραγματική υπόσταση του ESM, το EFSF ξεκίνησε με μια μπάνκα 440 δις ευρώ (6), η οποία συμπληρώθηκε από άλλα 250 δις που υποσχέθηκε το ΔΝΤ.

[Επόμενο μέρος: Κρίση VII. Προηγούμενα μέρη: I, II, III, IV, V, διαφημιστικό διάλλειμα)


(1) Για κάποιο περίεργο λόγο, υπήρχε (και υπάρχει ακόμα) η εντύπωση στην Ελλάδα πως ο ιδιωτικός τομέας ήταν ο επόμενος στόχος, μετά την «λεηλασία» του δημοσίου τομέα. Με αυτό το περίεργο συλλογισμό, μπορούσε κανείς να αγνοήσει το γεγονός πως οι συνθήκες εργασίας στον ιδιωτικό τομέα ήταν ήδη χειρότερες, αποτέλεσμα της αδυναμίας να δημιουργηθούν εστίες προλεταριακής αντίστασης απέναντι σε μια υποτίμηση και εκμετάλλευση, η οποία ξεκίνησε χρόνια πριν από το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης.

(2) Τα πρόσφατα στοιχεία που βγήκαν στην δημοσιότητα και καταγγέλλουν πως υπήρχε μια συνειδητή αλλοίωση των στατιστικών δεδομένων της Ελλάδας, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η προσφυγή παρουσιάζοντας μια εικόνα καταστροφής, απλά επιβεβαιώνουν κάτι που ήταν πολύ πιθανό αλλά χάθηκε μέσα στο πατατράκ των ημερών.

(3) Στην διαδικασία πειθούς για αγορά ομολόγων, ή και στην διαδικασία της τρελής σπέκουλας, σημαντικό ρόλο προφανώς έπαιξε και ένα «τυχαίο» παραθυράκι που άνοιξε η ΚτΕ. Βλ. το πολύ κατατοπιστικό άρθρο του techie chan εδω.

(4) Article 125, (ex Article 103 TEC), Section 1: The Union shall not be liable for or assume the commitments of central governments, regional, local or other public authorities, other bodies governed by public law, or public undertakings of any Member State, without prejudice to mutual financial guarantees for the joint execution of a specific project. A Member State shall not liable for or assume the commitments of central governments, regional, local or other public authorities, other bodies governed by public law, or public undertakings of any Member State, without prejudice to mutual financial guarantees for the joint execution of a specific project.

(5) Article 122, Section 2: Where a Member State is in difficulty or is seriously threatened with severe difficulties by natural disasters or exceptional occurrences beyond its control, the Council, acting by a qualified majority in a proposal from the Commission, may grant, under certain conditions, Community financial assistance to the Member State concerned.

(6) Η λειτουργία του EFSF ήταν η εξής: είχε την δυνατότητα να δανείζεται από τις αγορές, και οι κυβερνήσεις της ευρωζώνης δεσμεύονταν να αποπληρώσουν αυτά τα δάνεια –με αρχικό όριο στα δάνεια τα 440 δις ευρώ. Τα χρήματα που θα δανειζόταν θα δίνονταν στις χώρες με οικονομικές δυσκολίες, ή αλλιώς θα χρησιμοποιούνταν για να αγοράσουν ομόλογα των χωρών αυτών.

Advertisements