Ενώ αρχικά η δημιουργία αυτών των μηχανισμών (EFSF, ESM), και η υπόσχεση διάσωσης οποιασδήποτε χώρας αντιμετώπιζε προβλήματα έμοιαζε να ικανοποιεί τους πάντες, σύντομα φάνηκε πως υπήρχαν αρκετές εσωτερικές αντιφάσεις.Σε ένα πρώτο επίπεδο, υπήρχε το εξής πρόβλημα: το bail-out της Ελλάδας όχι απλά αφορούσε ένα ποσό κατά 2/3 μικρότερο από το πραγματικό της χρέος, αλλά ακόμα πιο σημαντικά, επέβαλλε τέτοιους αυστηρούς όρους λιτότητας που ήταν σαφές πως η Ελλάδα δεν θα μπορούσε με κανέναν τρόπο να επανέλθει σε ρυθμούς ανάπτυξης. Αντιθέτως, τα μέτρα λιτότητας ήταν τέτοια που η Ελλάδα θα βυθιζόταν σε ακόμα μεγαλύτερο δημόσιο χρέος. Οι περικοπές στις κρατικές δαπάνες, καθώς και οι μειώσεις στους μισθούς και τις συντάξεις, σήμαιναν πως η οικονομία θα βυθιζόταν σε μεγαλύτερη ύφεση, τα κρατικά έσοδα θα μειώνονταν, ενώ ταυτόχρονα το χρέος θα αυξανόταν –και μάλιστα με δυσβάσταχτα επιτόκια.

Η περίπτωση να αναγκαστεί τελικά η Ελλάδα να κάνει παύση πληρωμών όχι απλά δεν εξαφανίστηκε, αλλά αυξήθηκε, καθώς τα μέτρα λιτότητας μπορούσαν όχι μόνο να δημιουργήσουν μια ανυπολόγιστη κοινωνική αναταραχή, αλλά ακόμα και χωρίς αυτήν, να αναγκάσουν την Ελλάδα να αρνηθεί de facto την αποπληρωμή.Ακόμα και αν η περίπτωση της Ελλάδας μέσα στην ευρωζώνη ήταν σχετικά αμελητέα, με την έννοια πως όσο και αν ήρθε στο προσκήνιο λόγω της συγκεκριμένης κρίσης, η Ελλάδα παρέμενε μια περιφερειακού βεληνεκούς οικονομία, ο κίνδυνος παρέμενε πως οποιεσδήποτε εξελίξεις στην Ελλάδα μπορούσαν άμεσα να συμπαρασύρουν και άλλες χώρες που θα αντιμετώπιζαν με τον καιρό αντίστοιχα προβλήματα. Και μάλιστα με μια ταχύτητα πολύ πιο γρήγορη από ότι η Ελλάδα.

Καθώς ο καιρός προχωρούσε και φαινόταν πλέον πως η Ελλάδα αργά ή γρήγορα θα ζητούσε ακόμα περισσότερα δάνεια από το EFSF, οι πραγματικοί φόβοι να εξαπλωθεί ο κίνδυνος σε άλλες χώρες πήραν σάρκα και οστά όταν τον Νοέμβριο του 2010, και αμέσως μετά, τον Απρίλιο του 2011, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία κατέφυγαν στο EFSF ζητώντας 85 και 78 δις ευρώ αντίστοιχα. Η Ισπανία κατάφερε εκείνη την εποχή να αποφύγει μια παρόμοια μοίρα, αλλά κανείς δεν ήταν πεπεισμένος πως αυτό θα κρατούσε πολύ καιρό.Ένα δεύτερο κύμα πανικού κατέκλυσε τόσο τις αγορές όσο και τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, το οποίο συμπληρώθηκε από διάφορες φήμες που άρχισαν να κυκλοφορούν τον Μάιο του 2011 πως η Ελλάδα σκεφτόταν σοβαρά να κηρύξει στάση πληρωμών. Την ίδια εποχή άρχισαν να κλιμακώνονται και οι αντιδράσεις, τόσο σε Ισπανία όσο και στην Ελλάδα, που με όχημα το πρωτόγνωρο κίνημα των αγανακτισμένων, δημιούργησε την εντύπωση (τουλάχιστον στην Ελλάδα) πως η πολιτική σταθερότητα της κυβέρνησης που είχε αναλάβει τον ρόλο του πολιορκητικού κριού των μέτρων λιτότητας έχανε την νομιμοποίηση της.

Ένας δεύτερος γύρος χρηματοδότησης της Ελλάδας απέκτησε μια άμεση αναγκαιότητα, και σε συνδυασμό με τα προβλήματα που είχαν αρχίσει να εμφανίζονται στις άλλες χώρες του νότου, υπήρξε μια ανάγκη για την αύξηση του ορίου του EFSF. Αυτή η λύση όμως δεν υιοθετήθηκε παρά μετά τον Αύγουστο του 2012, και αφού η Ιταλία είχε δεχθεί μια κερδοσκοπική επίθεση, μια εξέλιξη που απείλησε άμεσα την βιωσιμότητα όλης της ευρωζώνης. Αντί λοιπόν για την επιλογή της αύξησης της μπάνκας του EFSF, αναζητήθηκε μια διέξοδος που θα συμπεριλάμβανε μια σχετική αναδιάρθρωση του χρέους με την συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα (το λεγόμενο PSI).

 

Psi(t)…!

Εν μέσω αναζήτησης τρόπων αποφυγής των χειρότερων πιθανών εξελίξεων, η κατάσταση στην Ελλάδα άρχισε να ξεφεύγει από τα ελεγχόμενα πλαίσια που είχαν -μέχρι στιγμής- ορίσει την επιβολή των μέτρων. Τα άμεσα αποτελέσματα των μέτρων είχαν αρχίσει να γίνονται πολύ αισθητά στην οικονομική και κοινωνική κατάσταση της χώρας, και όσο και αν τα κινήματα των πλατειών δεν κατάφεραν να αποτρέψουν την επιβολή νέων μέτρων, η μυρωδιά των δακρυγόνων και η καταστολή της αντίστασης άφησε μια δυσάρεστη γεύση, τόσο σε αυτούς που συμμετείχαν στα κινήματα αυτά, όσο και στους υπεύθυνους διαχειριστές των κοινωνικών σχέσεων.

Οι μέρες της συναίνεσης απέναντι στα απαραίτητα μέτρα έμοιαζαν να φτάνουν στο τέλος τους, και η σιωπηρή αποδοχή της αναγκαιότητας να «σφιχτεί το ζωνάρι» έχανε ολοένα και περισσότερο έδαφος. Το κίνημα των πλατειών ταρακούνησε το πολιτικό κατεστημένο, ειδικά την στιγμή που κατάφερε να συνενώσει κοινωνικά τις διαφορετικές ομάδες που είχαν μέχρι στιγμής πληγεί από τα μέτρα, οδηγώντας σε δύο αυξανόμενα δυναμικές και μαχητικές γενικές απεργίες. Και όσο και αν η καταστολή των πλατειών κατάφερε να από-εδαφικοποιήσει το επίκεντρο της σύγκρουσης, κάθε κράτος που σέβεται τον εαυτό του γνωρίζει καλά πως οι μνήμες μιας συλλογικής σύγκρουσης δεν χάνονται με την ίδια ταχύτητα που τα ΜΜΕ ανεβάζουν και κατεβάζουν το θέαμα της ημέρας.

Αν και η αναμονή ενός «θερμού» φθινοπώρου, που όρισε την φαντασία όσων συμμετείχαν στις συγκρούσεις δεν κατάφερε να πάρει σάρκα και οστά τους τελευταίους μήνες του 2011, η σταδιακή και εμφανής απώλεια νομιμοποίησης της κυβέρνησης που ξέσπασε προς τα τέλη του έτους έκανε επιτακτική την ανάγκη μιας –έστω και επιφανειακής –αλλαγής.

Το ενδεχόμενο οι «διαπραγματεύσεις» για το PSI στην Ελλάδα, και η εφαρμογή του, να οδηγήσουν σε μια ανεξέλεγκτη κοινωνική αναταραχή έστησε την χορογραφία: ο Παπανδρέου ξεστόμισε την λέξη δημοψήφισμα, αντιμετώπισε μια σκηνοθετημένη χλεύη, και οδήγησε τελικά στην σταδιακή απομάκρυνση κάποιων βασικών εκφραστών της κυβερνητικής πολιτικής.

Στην πραγματικότητα, καμία αλλαγή κομπάρσων, ακόμα και στα υψηλότερα κλιμάκια, που δεν είναι αποτέλεσμα μιας συστηματικής συλλογικής διαδικασίας και πίεσης, δεν αφορά ουσιαστικές αλλαγές. Αντιθέτως, λειτουργεί -έστω και πρόσκαιρα- σαν μοχλός απελευθέρωσης της πίεσης. Η απομάκρυνση του Παπανδρέου λοιπόν, ο οποίος είχε καταντήσει ο par excellence αποδιοπομπαίος τράγος των συνεπειών της λιτότητας, έφερε στο προσκήνιο μια προσωρινή τεχνοκρατική κυβέρνηση, η οποία εξυπηρετούσε 3 πολύ βασικούς λόγους ύπαρξης: την εφαρμογή του PSI, την σκιαγράφηση των νέων μέτρων λιτότητας, και την προκήρυξη εκλογών.

Αντίφαση δεν σημαίνει αδυνατότητα (Μαρξ)

Το ενδιαφέρον με το psi ανήκει κατά κάποιο τρόπο στο συμβολικό/φαντασιακό επίπεδο. Ο λόγος είναι απλός: το λεγόμενο «κούρεμα» που θα έφερνε το psi δεν μπορεί να θεωρηθεί «κούρεμα» ακόμα και αν προσθέσουμε στο μίγμα τις συντονισμένες προσπάθειες των καλύτερων σεναριογράφων επιστημονικής φαντασίας του Χόλιγουντ. Δεν θα μπούμε σε λεπτομέρειες -ο σύντροφος τέκι το έχει καταφέρει αυτό μια χαρά σε δύο άκρως κατατοπιστικά άρθρα του, ένα πριν και ένα μετά την φανταστική συμφωνία. Θα πούμε απλά πως ακόμα και με κριτήριο τους δικούς τους όρους, το psi ήταν μια εκπληκτική greek-style παπαριά όχι μόνο γιατί τα τελικά νούμερα δεν καταγράφουν κανένα «κούρεμα», αλλά γιατί στο τέλος της διαδικασίας πέρα από την αύξηση του χρέους το psi κατάφερε να ξεκοκαλίσει και τα αποθεματικά ενός σωρού ασφαλιστικών ταμείων –πολλά από τα οποία δεν είχαν καν καμία διάθεση να συμμετάσχουν στο πάρτυ. Θα πείτε βέβαια, μα καλά ποιος τους γαμάει αυτούς, εδώ εμείς και… και θα έχετε δίκιο.

Οπότε στην ουσία το ενδιαφέρον με το psi μένει στο επικοινωνιακό επίπεδο. Όταν ξεκίνησε η κρίση, είχαμε διάφορους αριστερούς καλοθελητές που φώναζαν πως ο μόνος τρόπος να προκύψει κάτι βιώσιμο από το όλο μπουρδέλο είναι να συμφωνηθεί κάποιο κούρεμα (1). Τότε, τα παλιά εκείνα χρόνια, αυτοί αντιμετωπίστηκαν με τον ίδιο τρόπο που θα αντιμετώπιζε η ιερά εξέταση κάποια μάγισσα που θα ομολογούσε πως τελικά είναι όντως τσιράκι του σατανά που είχε ως απώτερο στόχο να διαφθείρει τα χριστιανικά ήθη των ευυπόληπτων πολιτών. Κοινώς το να μιλάς για κούρεμα τότε ήταν μια ακόμα απόδειξη πως δουλεύεις υποχθόνια για την επικράτηση του βελζεβούλ. Λίγο καιρό μετά, το κούρεμα τύπου psi ήταν μάννα εξ’ουρανού και μοναδική σωτηρία της χώρας, δια στόματος του τεχνοκράτη πρωθυπουργού και της συνοδευτικής χορωδίας του.

Το έχουμε ξαναπεί πως αν υπήρχαν καταστασιακοί σήμερα, θα έκαναν τρελό πάρτι καταγράφοντας τους θεαματικούς τρόπους διαχείρισης του «δημόσιου διαλόγου» περί κρίσης. Το να μετατρέπεις μια θέση που εμφανίζεται ως το απόλυτο κακό και ως σίγουρη συνταγή για την καταστροφή της χώρας σε λύση-θαύμα του οικονομικού επιτελείου, χρειάζεται κάτι παραπάνω από ένα αποβλακωμένο κοινό. Χρειάζεται στην ουσία έναν συνδυασμό σύγχυσης, σοκ και ημιμάθειας που δημιουργεί ένα κλίμα όπου κραυγαλέες αντιφάσεις συνυπάρχουν χωρίς να δημιουργούν καμία ανισορροπία (το psi δεν είναι προφανώς η μοναδική περίπτωση, αλλά κερδίζει το βραβείο της πιο κραυγαλέας). Και αν ο ύπνος της λογικής γεννάει τέρατα, έχει μια σημασία να παραδεχθούμε πως διανύουμε μια περίοδο κυριαρχίας του ανορθολογισμού που έχει δημιουργήσει κάτι τέρατα να, με τα οποία θα αναγκαστούμε να ασχοληθούμε παρακάτω.

Επόμενο μέρος: Κρίση VIII. Προηγούμενα μέρη: I, II, III, IV, V, διαφημιστικό διάλλειμα, VII]

(1) Προφανώς και δεν συμμεριζόμαστε καμία φαντασίωση πως ένα κούρεμα θα έκανε την κατάσταση περισσότερο βιώσιμη. Αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με το γεγονός πως κάτι τέτοιο δεν αγγίζει ούτε στο ελάχιστο τις βασικές αιτίες της οικονομικής κρίσης. Το πρόβλημα είναι το εξής: ο ρόλος της αριστεράς είναι να εκπονεί ρεαλιστικά σχέδια ανάκαμψης της καπιταλιστικής οικονομίας. Στην σημερινή συγκυρία, τα σχέδια αυτά είναι ποτισμένα με ένα κοκτέιλ μεταμοντέρνου κευνσιανισμού, καθώς ποντάρει στο κράτος να χρηματοδοτήσει μια οικονομία υπό κατάρρευση και να αναλάβει το κόστος επανόρθωσης. Αντικειμενικοί όροι για κάτι τέτοιο όμως δεν υπάρχουν. Το κούρεμα ανήκει σε αυτή την αριστερή φαντασίωση που θέλει να βρεθεί κάποια λύση, χωρίς να αλλαχτεί καμία από τις παραμέτρους που ορίζουν την εξίσωση.

Advertisements