Ενώ η επίσημη προπαγάνδα ήταν από την αρχή, και παραμένει, πως οποιαδήποτε απόκλιση από τα απαραίτητα μέτρα οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην αγκαλιά του βελζεβούλ, οι ίδιες οι αναφορές του ΔΝΤ έχουν ξεκαθαρίσει πως τα μέτρα διάσωσης της Ελλάδας είναι ένα σπιράλ οικονομικής καταρράκωσης, που στην καλύτερη των περιπτώσεων θα οδηγήσει (το 2020) σε μια επαναφορά του επιπέδου του δημοσίου χρέους στα νούμερα που ήταν το 2010 –δηλαδή στα ίδια νούμερα τα οποία τότε, το 2010, θεωρήθηκαν μη-βιώσιμα και οδήγησαν προς αναζήτηση πακέτων δανειοδότησης και μέτρων λιτότητας.

Βέβαια, είχαν ήδη βγει από το 2010 κάτι παρανοϊκοί (τύπου Paul Thomsen) και είχαν ψελλίσει πως το πρόβλημα στην Ελλάδα δεν ήταν το δημόσιο χρέος, αλλά οι ανάγκες για «διαρθρωτικές αλλαγές στην οικονομία». Έκτοτε, το πρόβλημα του δημόσιου χρέους και οι αναδιαρθρώσεις της οικονομίας θεωρούνται ταυτόσημα, σε μια όμορφη παράνοια που θα ήταν αναγκασμένη, αν ερχόταν αντιμέτωπη με την αλήθεια, να ομολογήσει πως τα διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας μοιάζουν να είναι υπεύθυνα για την παγκόσμια οικονομική κρίση και τα προβλήματα της Ευρωζώνης.

Αφήνοντας στην άκρη τέτοιες ακρότητες, το ζήτημα είναι να εστιάσουμε πέρα από την ομίχλη της επίσημης αφήγησης, μπας και γίνει κατανοητό αυτό που συντελείται μπροστά μας. Ο λόγος είναι πολλαπλός. Μεγάλο μέρος εκείνων που έχουν βαλθεί να εξηγήσουν την κρίση και τις αντιδράσεις σε αυτήν είναι πεπεισμένο πως υπάρχει κάποια λογική εξήγηση για ό,τι συμβαίνει. Η εξήγηση αυτή -όποια και αν ειναι- χαϊδεύει τα ιδεολογικά αυτιά προαποφασισμένων κοσμό-αφηγήσεων, αλλά μοιάζει μερικές φορές να υποχωρεί απέναντι σε έναν παραλογισμό που δυσκολεύει την εντόπιση του κέντρου βάρους. Ένας λόγος είναι πως παρόλο που τα μέτρα που έχουν περάσει μέχρι στιγμής, και τα οποία τους δίνουν την δυνατότητα να νιώθουν πολύ πετυχημένοι και γαμάτοι, κανένα από αυτά δεν αγγίζει καν τα ουσιαστικά προβλήματα που έχει η οικονομία ή τις αιτίες της κρίσης.

Αυτό που σίγουρα επιτυγχάνεται στην Ελλάδα είναι: η διάσωση των τραπεζών, η άνευ προηγουμένου -σε μέγεθος και ταχύτητα- υποτίμηση του εργατικού κόστους και η πειραματική καταστροφή του οικονομικού και κοινωνικού ιστού της χώρας, χωρίς κάποια άμεση και προφανή δυνατότητα ανάκαμψης.

Το ερώτημα τίθεται με εκκωφαντική ένταση: με ποιό πιθανό διαβολικό τρόπο μπορεί κάτι από τα παραπάνω να ανταποκρίνεται στις υπαρκτές ανάγκες του σημερινού καπιταλισμού; Ασχέτως του τι λένε διάφοροι αριστεροί περί «κινεζοποίησης» της εργατικής δύναμης στην Ελλάδα, ή και άλλα σενάρια που εντοπίζουν στα μέτρα λιτότητας σαν μια αφηρημένη και μεταφυσική προσπάθεια «τιμωρίας» της Ελλάδας, το βασικότερο ερώτημα παραμένει. Ακόμα και αν ο στόχος είναι η υποτίμηση της εργατικής δύναμης, ή και η πειθάρχηση των πεισματάρηδων προλεταρίων, κάθε τέτοια πολιτική έχει και μια ακόμα αναγκαστική παράμετρο. Όπως και να το κάνουμε, κανένας δεν «τιμωρεί» έτσι από βίτσιο.

Η ελαχιστοποίηση του εργατικού κόστους έχει νόημα στον βαθμό που ακολουθείται –έστω και μακροχρόνια –από μια αντίστοιχη αύξηση των επενδύσεων, από εισαγωγή νέων παραγωγικών σχέσεων και κεφαλαίων, από την δημιουργία νέων συνθηκών ικανών να οδηγήσουν σε μια νέα σχέση εργασίας-κεφαλαίου που μπορεί να αυξήσει την παραγωγικότητα. Η παραγωγικότητα της εργασίας όμως, που συνεπάγεται και μια αύξηση του ποσοστού κέρδους, δεν εξαρτάται από τις ώρες ή την ένταση με την οποία δουλεύουν οι προλετάριοι και ακόμα λιγότερο από τους μισθούς που παίρνουν. Όσο χρήσιμα και αν είναι αυτά τα εργαλεία για την πειθάρχηση εντός της εργασιακής διαδικασίας, η έμφαση σε αυτά τείνει να αγνοεί έναν υπερβολικά σημαντικό παράγοντα της συνολικής διαδικασίας παραγωγής αξίας: την ύπαρξη αρχικού κεφαλαίου και μέσων παραγωγής τα οποία ενεργοποιούν την μισθωτή εργασία. Αυτή είναι η σχέση που οδηγεί στην λεγόμενη «ανταγωνιστικότητα». Από μόνη της, η καταρράκωση του βιοτικού επιπέδου δεν οδηγεί πουθενά αλλού παρά στην καταρράκωση του βιοτικού επιπέδου.

Η καταστροφή κεφαλαίου και αξίας είναι μια συνηθισμένη τακτική σε καιρούς κρίσης. Μάλιστα, την εποχή της μεγάλης ύφεσης του 1929, επιλέχθηκε συνειδητά από την αμερικάνικη ηγεσία, ως μοναδική σανίδα σωτηρίας του τσακισμένου οικονομικού συστήματος. Αλλά ακόμα και η καταστροφή κεφαλαίου δεν είναι μια πανάκεια που λειτουργεί στο κενό. Εάν η Ελλάδα ήταν όντως μια μεμονωμένη περίπτωση,  καταστροφή κεφαλαίου στην Ελλάδα μπορεί να γίνει κατανοητή ως μια περιστασιακή στιγμή ενός οικονομικού πολέμου που προσπαθεί να επαναφέρει στην τάξη μια αποκλίνουσα κατάσταση. Μετά από κάποια χρόνια στασιμότητας και συρρίκνωσης, θα μπορούσε από τις στάχτες να εμφανιστεί μια ανάκαμψη η οποία θα τροφοδοτηθεί από έναν συνδυασμό ξένων επενδύσεων και ενός αλλαγμένου τοπίου. Σε πείσμα όμως όσων προσπαθούν να εμφανίσουν την ελλάδα ως μεμονωμένη περίπτωση (διαφόρων πολιτικών αποχρώσεων και καταβολών η αφήγηση αυτή), η οικονομική κρίση είναι παγκόσμια και έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Και σίγουρα ένα από αυτά δεν είναι το πελατειακό σύστημα του ελληνικού δημοσίου ή οι μίζες του τσοχατζό.

Είναι τρελοί αυτοί οι ευρωπαίοι;

Ο μόνος τρόπος για να καταλάβουμε εάν τελικά υπάρχει κάποιο σχέδιο πίσω από τα μέτρα λιτότητας είναι να αγνοήσουμε τις επίσημες διατυπώσεις και να εξετάσουμε προσεκτικά τα αποτελέσματα των μέτρων λιτότητας μέχρι στιγμής:

Οι επιπτώσεις της κρίσης είναι αισθητές σε οικονομικό επίπεδο ως μια αλλαγή της ταξικής σύνθεσης του εργασιακού δυναμικού της Ελλάδας, με σημαντικότερο παράγοντα μέχρι στιγμής την δραματική αύξηση της ανεργίας. Εξετάζοντας την προυπάρχουσα ταξική σύνθεση της Ελλάδας, μπορούμε να δούμε πως εκείνοι που χτυπήθηκαν περισσότερο από όλους μέχρι στιγμής είναι τα μικρό-μεσαία αφεντικά (ποσοστό 27,7%) και οι μισθωτοί (ποσοστό 19,3%). Οι εργοδότες που χτυπήθηκαν αναγκάστηκαν είτε να απολύσουν τους υπαλλήλους και να μετατραπούν σε αυτό-απασχολούμενους (κάτι που εξηγεί την σχετική στασιμότητα του αριθμού των αυτό-απασχολούμενων), είτε βρέθηκαν και αυτοί στην ανεργία.

Μιλώντας για εργοδότες, καλό είναι να σημειώσουμε πως οι στατιστικές δείχνουν πως αυτοί που χτυπήθηκαν περισσότερο από όλους αφορούν στην παραδοσιακή μικροαστική τάξη των εμπόρων (1), μια εξέλιξη που σχετίζεται με το πρώτο κιόλας μνημόνιο, που έθετε σαν βασικό πρόβλημα της οικονομικής οργάνωσης της Ελλάδας την χαμηλή συσσώρευση κεφαλαίου (δηλαδή την μικρό-ιδιοκτησία), και την ανάγκη εναρμόνισης της ελληνικής οικονομίας στους μέσους όρους της Ευρώπης -αύξησης δηλαδή του αριθμού των μισθωτών από 63-64% που είναι τώρα στο 80% κατά μέσο όρο της Ευρώπης.

Αντιγράφοντας από το «Η δική μας στρατηγική στην συγκυρία» (2), παρατηρούμε επιπλέον:

«Στους μισθωτούς […] οι κλάδοι με τη μεγαλύτερη μείωση μισθωτών είναι σαφώς οι κατασκευές (-57%) όπου χιλιάδες μετανάστες εργάτες (κυρίως Αλβανοί) πήραν το δρόμο της επιστροφής στη χώρα τους και η μεταποίηση (-35%). Ο δευτερογενής τομέας κατέρρευσε ως τώρα με την πολιτική της «εσωτερικής υποτίμησης», χιλιάδες επιχειρήσεις (μικρές και μεγάλες) έχασαν τον τζίρο τους, τα κέρδη τους και απέλυσαν προσωπικό (άραγε για να το προσλάβουν σε νέα «μακιλαδόρας»;). Στον τριτογενή τομέα, η μείωση της μισθωτής απασχόλησης κινήθηκε στο επίπεδο της γενικής μείωσης των μισθωτών (-20%) , σε μερικούς κλάδους μειώθηκε λιγότερο από 20% ενώ αξιοσημείωτη είναι η μείωση των δημόσιων υπαλλήλων σε 665.000 (3). Ο κόσμος της μισθωτής εργασίας αποτελείται λοιπόν από περίπου 665.000 δημόσιους μισθωτούς, από 1,7 εκ. μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα και από 1,2 εκ. ανέργους. Η «μαύρη εργασία» είναι πολύ μεγάλη και αφορά κόσμο που δηλώνεται ως «άνεργος» ή μη-ενεργός.

Η οικονομική πίεση μέσω της μείωσης του άμεσου και έμμεσου μισθού οδήγησε σε νέες εμπειρίες ζωής όπως:

Αλλαγή στέγης- επιστροφή στο διευρυμένο νοικοκυριό. Η πτώση εισοδήματος είναι τέτοιας τάξης που δεν μπορεί ν’ αντισταθμιστεί π.χ. με το κόψιμο της νυκτερινής εξόδου ψυχαγωγίας, των δαπανών για το κινητό ή για βενζίνη κ.τ.λ. Η δαπάνη στέγασης αποτελεί πάντα τη μεγαλύτερη δαπάνη ενός νοικοκυριού. Στην Ελλάδα υπάρχει ένα ποσοστό ιδιοκατοίκησης μέσω δανείων που δεν έχουν εξοφληθεί. Οι τράπεζες μπαίνουν ως τώρα στο παιχνίδι ρύθμισης των δόσεων των στεγαστικών δανείων, ακριβώς γιατί δεν θέλουν να χάσουν πελάτες και να τους μείνουν άδεια σπίτια που δύσκολα θα βρουν αγοραστή (4). Υπάρχουν όμως και αυτοί που νοικιάζουν. Πολλοί νέοι αναγκάστηκαν είτε να συγκατοικήσουν είτε να γυρίσουν πίσω στην πατρογονική εστία, πολλές οικογένειες πήγαν εκεί όπου υπάρχει ένα ιδιόκτητο σπίτι π.χ. στο χωριό, και γενικά έχουμε ένα κύμα «εσωτερικής μετανάστευσης οικονομικής προσαρμογής». […]

Εξωτερική Μετανάστευση. Το κύμα εξωτερικής μετανάστευσης δεν είναι ακόμα μαζικό (π.χ. το 2011 μεταναστεύσαν 25.000 άτομα στη Γερμανία και μερικές εκατοντάδες στην Αυστραλία). Αφορά τόσο ανειδίκευτους εργάτες όσο και επιστημονικό-εξειδικευμένο δυναμικό. […] Η εξωτερική μετανάστευση θα ήταν μαζικότατη αν πολλές από τις χώρες της Ευρώπης δεν βίωναν και αυτές οικονομική κρίση. Πέρα από τις μικρές δυνατότητες απορρόφησης μεταναστών του ευρωπαϊκού Νότου από τη Γερμανία, την Ελβετία, την Ολλανδία και άλλες χώρες του Ευρωπαϊκού Βορρά, όπως και από τη μακρινή Αυστραλία, δεν φαίνεται ότι υπάρχει κάποια σύγχρονη «Γη της Επαγγελίας» για να υποδεχτεί μαζικά  Έλληνες μετανάστες (όπως ήταν η Γερμανία στη δεκαετία του ’60-’70 και η Αμερική στις αρχές του 20ου αιώνα). Τα παραγόμενα όμως αποτελέσματα των μέτρων που έχουν παρθεί δεν έχουν φανεί πλήρως. Πάντα ο κοινωνικός χρόνος διαφέρει από τον πολιτικό. Η ένταση των αδιεξόδων στην Ελλάδα θ΄αυξήσει την εξωτερική μετανάστευση. Πάντως εκτιμώ ότι η έλλειψη πραγματικής προοπτικής σε κάποια άλλη κοντινή χώρα θα στρέψει τον κόσμο σε ριζοσπαστικές λύσεις μέσα σ’ αυτόν τον τόπο, είτε σε δεξιές λύσεις είτε σε αριστερές.

Διάρρηξη διαπροσωπικών σχέσεων. «Η φτώχεια φέρνει γκρίνια» λέει η λαϊκή παροιμία. Μεγάλο βάρος στην αντιμετώπιση της δύσκολης οικονομικής-συναισθηματικής κατάστασης πέφτει στο γυναικείο φύλο. Αν σκεφτούμε ότι οι απολύσεις αφορούσαν κυρίως άνδρες εργάτες πάνω από τα 30 (σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία), τότε πολλές γυναίκες βρέθηκαν στη θέση να πρέπει να στηρίξουν και οικονομικά, και συναισθηματικά το νοικοκυριό. Επιπλέον, η δομή της οικογένειας στην Ελλάδα είναι πολύ παραδοσιακή, ακόμα και στα νέα ζευγάρια. Πολλές γυναίκες έχουν αυξημένα καθήκοντα (εργασία, ανατροφή παιδιών, χειρισμός του νοικοκυριού) σε σχέση με τους άντρες. Οι διαπροσωπικές σχέσεις «τεντώνονται».

Την ίδια στιγμή, σε σχέση με την εργασιακή εμπειρία, οι άνεργοι και οι εργαζόμενοι βιώνουν πρωτόγνωρες καταστάσεις. Οι άνεργοι κυριολεκτικά «βολοδέρνουν» μεταξύ απόγνωσης και οργής, παραίτησης και προσπάθειας, ντροπής και θυμού. Είδαμε ότι οι περισσότεροι απολυμένοι άνεργοι προέρχονται από την οικοδομή, το εργοστάσιο/βιοτεχνία και το εμπορικό μαγαζάκι. Αυτοί οι χώροι/κλάδοι, πέρα ελάχιστων εξαιρέσεων, δεν είχαν αγώνες. Πολλοί απ’ αυτούς τους απολυμένους ανέργους (που είναι κυρίως άνδρες, άνω των 30 ετών, κάτοικοι των λαϊκών συνοικιών των πόλεων) δεν έχουν καμία εμπειρία οργάνωσης και αγώνα. Πώς λοιπόν θα γίνουν ένα κοινωνικό υποκείμενο που θα κάνει αγώνες επιβίωσης π.χ. για επιδόματα; Πώς δεν θα κατευθυνθούν στο φασισμό;

Οι μισθωτοί εργαζόμενοι, ανάλογα με τον κλάδο που βρίσκονται, έρχονται αντιμέτωποι με πολύ δύσκολες καταστάσεις. Στον ιδιωτικό τομέα, οι μεγάλες επιχειρήσεις προχωρούν σε μείωση μισθών και επιδομάτων (συχνά και με την υπογραφή ανάλογης κλαδικής ή επιχειρησιακής σύμβασης), εφαρμόζουν μερική ή εκ περιτροπής εργασία λόγω πτώσης του κύκλου εργασιών, ενώ συχνά υπάρχει και καθυστέρηση δεδουλευμένων και απολύσεις. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις ευκολότερα καθυστερούν τα δεδουλευμένα και προχωρούν σε απολύσεις. Παρόλα αυτά, τ’ αφεντικά δεν διστάζουν να κάνουν τα πάντα: κερδοφόρα μαγαζιά που παρουσίασαν ελάχιστες ζημιογόνες χρήσεις όπως π.χ. οι εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα που ανήκαν στον γίγαντα ΔΟΛ, έκλεισαν. Οι εργοδότες κινούνται με συνειδητό, ταξικό τρόπο, κάνουν αναδιαρθρώσεις, όχι μόνο για ν’ αντιμετωπίσουν τις ζημιές της κρίσης. Χαρακτηριστική είναι η εντατικοποίηση της εργασίας σε πολλές μεγάλες επιχειρήσεις, η είσοδος ατομικών συμβάσεων και η ελαστικοποίηση του ωραρίου χωρίς να φαίνονται άμεσα πρακτικά οφέλη π.χ. πραγματική μείωση του κόστους εργασίας ή αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας. Τα αφεντικά όμως βρίσκουν την ευκαιρία να εισάγουν τα μέτρα που δεν μπορούσαν τόσα χρόνια. Κάτω από το βάρος της απίστευτης ανεργίας, η εμπειρία του μισθωτού του ιδιωτικού τομέα είναι εφιαλτική: εμπεριέχει αβεβαιότητα, ανασφάλεια, τρομοκρατία, εντατικοποίηση, κούραση, ελαστικοποίηση του χρόνου, οικονομική και εν τέλει υπαρξιακή υποτίμηση- γίνεται «δούλος».

Στον Δημόσιο τομέα τα πράγματα δεν είναι καθόλου τα ίδια. Μπορεί σε Παιδεία-Υγεία-Πρόνοια-ΟΤΑ, το Κράτος να έχει προχωρήσει σε σημαντικές μειώσεις μισθών και να απειλεί συνέχεια με αξιολόγηση-εφεδρεία-απόλυση, μπορεί ν’ αυξάνεται η εντατικοποίηση, αλλά δεν ισχύει η ίδια υπαρξιακή υποτίμηση: γιατί άλλο είναι να λειτουργείς σαν «δούλος» μπροστά στον εργοδότη-Θεό, με το άγχος των αμέτρητων βιογραφικών που περιμένουν στο συρτάρι, και άλλο είναι να έχεις ν’ αντιμετωπίσεις τον δημόσιο προϊστάμενο/λειτουργό και την υπό-στελέχωση της υπηρεσίας σου. Πάντως, το σημαντικότερο που πρέπει να κρατήσουμε για τον Δημόσιο Τομέα είναι ότι το Κράτος ροκανίζει συνειδητά τις αποταμιεύσεις της άλλοτε «μεσαίας δημόσιο-υπαλληλικής τάξης» (5) και υπό-στελεχώνει και υπό-χρηματοδοτεί τις δημόσιες δομές στα όρια της διάλυσης, με άμεσο θύμα την εργατική τάξη και τις μικροαστικές τάξεις. Το σενάριο δε της εμπορευματοποίησης των δημόσιων αγαθών ακούγεται καλό για τους επενδυτές, αλλά ποιος θα μπορεί να αγοράσει υγεία, παιδεία, πρόνοια κτλ.; Η μαζική φετινή φυγή μαθητών (10.000) από τα ιδιωτικά σχολεία προς τα σχολεία του δημοσίου δείχνει αντίστροφη τάση.»

Και τώρα;

Το ζήτημα που μπαίνει επιτακτικά λοιπόν είναι το κατά πόσο οι αλλαγές αυτές οδηγούν σε μια εκ νέου πρωταρχική συσσώρευση και την δημιουργία συνθηκών που ευνοούν τις παραγωγικές επενδύσεις που θα εκμεταλλευτούν κατάλληλα τις νέες εργασιακές συνθήκες.

Στο πρώτο επίπεδο, αυτό της πρωταρχικής συσσώρευσης, οι εξελίξεις μοιάζουν ευνοϊκές για το κεφάλαιο. Η πλήρης αποσάθρωση των προηγούμενων κοινωνικών συμβολαίων, και η αδυναμία του εργατικού κινήματος να ανατρέψει αυτές τις αλλαγές, αλλάζει οριστικά και αμετάκλητα (από ότι φαίνεται) το κοινωνικό πεδίο της Ελλάδας. Αν σε αυτές τις αλλαγές προστεθούν και μια σειρά ιδιωτικοποιήσεις, οι οποίες παρόλα αυτά είναι ακόμα στα σκαριά, είναι σαφές πως έχουν μπει οι κατάλληλες βάσεις για μια πλήρη μετατροπή.

Ακόμα και έτσι όμως, το δεύτερο σκέλος της εξίσωσης (των παραγωγικών επενδύσεων δηλαδή), παραμένει αφανές. Οι ιδιωτικοποιήσεις δεν προχωράνε με τους ρυθμούς που έχουν εξαγγελθεί, και είναι προφανές πως ο λόγος για αυτό δεν αφορά σε αντιδράσεις απέναντι σε αυτές, αλλά στο γεγονός πως μια περίοδος κοινωνικής αστάθειας (που είναι αναπόφευκτο αποτέλεσμα των βάρβαρων μέτρων λιτότητας) δεν είναι και η πιο κατάλληλη για παραγωγικές επενδύσεις.

Δύο παράγοντες επηρεάζουν αμετάκλητα την συνθήκη αυτή, και το πιο πιθανό είναι πως μέχρι αυτές να λυθούν, οποιαδήποτε εξέλιξη παραμένει θεωρητική και αβέβαιη. Ο πρώτος παράγοντας είναι η σταθεροποίηση της κοινωνικής αναταραχής. Ακόμα και αν οι κοινωνικές συγκρούσεις που συνόδεψαν κάθε προσπάθεια επιβολής των μέτρων δεν οδήγησαν μέχρι τώρα σε καμία αλλαγή πέραν αυτής του πολιτικού προσωπικού, και της εκλογολαγνείας, παραμένουν ένας απρόβλεπτος παράγοντας. Σε αυτήν την φάση, η πολιτική κράτους και κεφαλαίου απέναντι στην συνεχιζόμενη αναταραχή παίρνει την μορφή μιας αλληλο-συμπλήρωσης μεταξύ ανάλγητης καταστολής και πριμοδότησης της ακροδεξιάς, μια (αναγκαστική) επιλογή που όμως ισορροπεί πάνω σε ένα τεντωμένο τσίτα σκοινί, καθώς θα μπορούσε δυνητικά να έχει τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που επιδιώκει –την πόλωση δηλαδή του κοινωνικού ιστού σε ανεξέλεγκτο βαθμό.

Ο δεύτερος παράγοντας έχει να κάνει με τις συνολικές εξελίξεις στο Ευρωπαϊκό επίπεδο. Ακόμα και αν διαφαίνεται πως τόσο τα μέτρα λιτότητας στην Ελλάδα, όσο και οι αντιδράσεις σε αυτά, έχουν περιορίσει το βεληνεκές της επιρροής τους σε πολύ χαμηλά επίπεδα, η πιθανότητα να βρεθούν άλλες χώρες του νότου (ή ακόμα και πιο βόρεια) σε αντίστοιχα επίπεδα οικονομικής δυσχέρειας και αδυναμίας εξισορόπησης χρέους και ελλειμμάτων, και η επακόλουθη αναγκαιότητα να χρηματοδοτηθούν με ποσά σαφώς μεγαλύτερα από εκείνα που δόθηκαν μέχρι στιγμής στην Ελλάδα παραμένει κάτι παραπάνω από εμφανής.

Ταυτόχρονα, παρόλο που οι επιδόσεις του ελληνικού προλεταριάτου απέναντι στα μέτρα έχουν δημιουργήσει έναν σχεδόν αυτό-αναφορικό μύθο, και οι αγώνες έχουν υπάρξει απίστευτα δυναμικοί, είναι προφανές πως αντίστοιχες αντιδράσεις από τους προλετάριους άλλων χωρών της Ευρώπης μπορεί να είναι πολύ πιο αποτελεσματικές από ότι υπήρξαν στην Ελλάδα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η κοινωνική συναίνεση και οι ταξικές ισορροπίες σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες επιτεύχθηκαν με πολύ σημαντικότερα ανταλλάγματα από ότι στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα, παίζει και σημαντικό ρόλο το γεγονός πως η ύπαρξη ενός αρκετά ουσιαστικού οικογενειοκρατικού δικτύου (με μια πιο ουσιαστική επικοινωνία μεταξύ επαρχίας και αστικών κέντρων) στην Ελλάδα, κάνει τις επιπτώσεις της λιτότητας λιγότερο εμφανείς συγκριτικά με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης, στις οποίες η επιβίωση των προλετάριων εξαρτάται σχεδόν ολοκληρωτικά από την ύπαρξη κράτους πρόνοιας. Μια επέκταση της οικονομικής κρίσης –ή για να είμαστε πιο σαφείς, των μέτρων λιτότητας που την συνοδεύουν –σε χώρες όπου το κράτος πρόνοιας εξασφαλίζει την επιβίωση εκατομμυρίων προλετάριων θα είναι δραματική, δεδομένου πως οι περικοπές στο κράτος πρόνοιας και σε κάθε οικονομική σχέση που δεν θεωρείται παραγωγική είναι το δοκιμασμένο μοντέλο της σημερινής «απάντησης» στην οικονομική κρίση.

[Προηγούμενα μέρη: I, II, III, IV, V, διαφημιστικό διάλλειμα, VI, VII]


(1) Αυτή η μικροαστική τάξη, σε μεγάλο ποσοστό, είναι η τάξη η οποία ευνοήθηκε περισσότερο από όλους από την μαύρη εργασία (τόσο των ξένων εργατών όσο και των ντόπιων), και η οποία συνεπώς μοιάζει περισσότερο πρόθυμη να συνταχθεί πίσω από το άρμα της ακροδεξιάς.

(2) http://skya.espiv.net

(3) Νεότερα στοιχεία δείχνουν ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι ήταν 750-800 χιλιάδες και κατά τα τελευταία 2 χρόνια, λόγω συνταξιοδοτήσεων, έφυγαν περίπου 100.000 υπάλληλοι (φυσικά όχι μπάτσοι). Η πρόσφατη απάντηση του υπουργού Μανιτάκη σε σχετική επερώτηση στην Βουλή δίνει τον αριθμό των 665.740 (μόνιμων και μη) ως τις 19/7/2012.

(4) Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών, μέχρι τις 30.12.2012 έχουν ρυθμιστεί 222.384 στεγαστικά δάνεια, ένα ποσό της τάξης των 12,38 δις. Επίσης έχουν ρυθμιστεί 441.038 καταναλωτικά δάνεια/πιστωτικές κάρτες, ποσό της τάξης των 5,88 δις. Συνολικά αγγίζουν τα 800.000 δάνεια. Η πολιτική επιδίωξη είναι να ρυθμίζονται τα δάνεια και να μη φτάνουμε σε κατασχέσεις (που πυροδοτούν πανικό στους δανειολήπτες και κοινωνικές αντιδράσεις). Άλλωστε μόνο με βιώσιμα δάνεια μπορεί να υπάρχει ένα βιώσιμο χρηματοπιστωτικό σύστημα (αυτό που επιδιώκουν και με το κούρεμα του χρέους της χώρας). Στον χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό φαίνεται καλύτερο να έχεις δάνειο/τραπεζίτη παρά νοίκι/ιδιοκτήτη που δεν σου κάνει έκπτωση!

(5) Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών, από την αρχή του 2010 μέχρι τον Ιούλη του 2012, οι καταθέσεις των νοικοκυριών και επιχειρήσεων έχουν μειωθεί κατά 83,64 δις ή κατά 35%! Με άλλα λόγια, 1 στα 3 ευρώ «πέταξαν»! Πρόκειται στην πραγματικότητα για πιστωτικό γεγονός και γι’ αυτό επιβάλλεται η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και οι συγχωνεύσεις τους. Σήμερα, 8 στους 10 καταθέτες έχουν λιγότερα από 2.000 ευρώ στην τράπεζα σύμφωνα με την ΕΕΤ. Άλλο ένα 11% έχει από 2.000 ως 10.000. Τα στοιχεία είναι φουσκωμένα (ακριβώς γιατί η ΕΕΤ θέλει να πιέσει για την ανακεφαλαιοποίηση) αλλά δεν παύουν να είναι τρομακτικά. Το λίπος της κοινωνίας τελειώνει μέσα στο 2013. Οι Δημόσιοι Υπάλληλοι, που πάντα είχαν κάποια χρήματα στην άκρη, τα έχουν ροκανίσει με τις απανωτές μειώσεις μισθών και την έκτακτη φορολογία. Οι μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα είναι στη συντριπτική πλειοψηφία μεροδούλι-μεροφάι. Οι άνεργοι στηρίζονται από παλιές αποταμιεύσεις και κυρίως από την οικογένεια.

Advertisements