Άρχισα να δουλεύω σε ένα μπαρ. Δεν είχα βρει άλλη δουλειά, η συγκεκριμένη έκατσε εύκολα, οπότε δέχτηκα. Έκτοτε, δουλεύω άλλοτε δύο φορές την εβδομάδα, άλλες καμία. Δεν με νοιάζει και πολύ.

Το μπαρ είναι τελείως διαφορετικό το απόγευμα που ανοίγω (στις 5) και τελείως διαφορετικό το βράδυ. Άλλος κόσμος έρχεται το απόγευμα, άλλος το βράδυ. Όλοι πίνουν βέβαια, αυτό κάνει κανείς στα μπαρ. Οι βραδινοί πελάτες όμως είναι σίγουρα πιο βαρετοί. Πάνω από όλα επειδή νομίζουν ότι δεν είναι.

Κατά καιρούς έρχονται και άσχετοι ή καινούριοι πελάτες, αλλά συνήθως έρχονται οι ίδιοι. Τα απογεύματα.

Μεταξύ των τακτικών είναι και μια παρέα οικοδόμων από την Κροατία. Ο ένας από αυτούς είναι πιο νέος, οι άλλοι δύο είναι κοντά στα 50 και βάλε. Ο νεότερος είναι γύρω στα 4 χρόνια στην Γερμανία, ήρθε μαζί με την κοπέλα του. Είναι πιο ομιλητικός από τους άλλους δυο. Του αρέσει εδώ, παρόλο που φαίνεται πως κουράζεται πολύ. Μιλάει με ένα ύφος που δηλώνει πως παίρνει ότι του έρθει στην ζωή. Δεν παραπονιέται, αλλά μοιάζει λίγο με φασίστα. Μπορεί και να είναι. Συμπαθεί τους μπάτσους, έτσι λέει. Αλλά πρέπει να σέβονται τον κόσμο, προσθέτει, όχι να τον χτυπάνε σε κάθε ευκαιρία.

Τα απογεύματα έρχεται και ένας άλλος, νεαρός Γερμανός, καλό-κουρεμένος με γυαλιά. Αυτός έρχεται και παίζει βελάκια με έναν φίλο του. Μερικές φορές παίζει και μόνος του. Ο φίλος του δουλεύει μερικές φορές και αυτός στο μπαρ. Νομίζω πως πηδάει την αφεντικίνα μας. Ωραία γυναίκα αυτή, κάπως λυπημένη αλλά ευγενική. Παλιά πρέπει να γούσταρε τις μηχανές και την ροκ. Είχε μια παλιά φωτογραφία της κάπου στο μπαρ, και φαινόταν πολύ όμορφη. Όταν την ρώτησα μια φορά αν είναι αυτή στην φωτογραφία μου απάντησε, κάπως ξερά, «πολύ παλιά». Δεν μοιάζει τόσο μεγάλη όμως. Με το ζόρι γύρω στα 45. Ίσως και λίγο παραπάνω.

Ο νεαρός Γερμανός με τα γυαλιά δουλεύει σε ένα τυπογραφείο. Λέει όμως πως θα παραιτηθεί τον Μάιο. Δεν μοιάζει να του αρέσει η δουλειά του. Φοράει πάντα κάτι παλιομοδίτικα σακάκια, και από μέσα ένα αθλητικό φούτερ, συνήθως πολύχρωμο. Μου αρέσει το στιλ του. Μιλάει όμως πολύ γρήγορα τα γερμανικά, και μερικές φορές δεν τον καταλαβαίνω. Το καταλαβαίνει αυτός όμως και προσπαθεί να το γυρίσει στα αγγλικά. Δεν είναι πολύ καλός στα αγγλικά, παρόλο που μερικές φορές χρησιμοποιεί κάτι εξεζητημένες εκφράσεις. Αναρωτιέμαι που τα έμαθε.

Σχεδόν κάθε φορά έρχεται και κάθεται στο μπαρ και ένας ζωγράφος. Μοιάζει τουλάχιστον 65-70 χρονών, αλλά σε ένα άρθρο που έχει κολλήσει το αφεντικό στον τοίχο γράφει πως είναι 58. Δεν μπορώ να το πιστέψω, αλλά ποιος ξέρει τι ζωή έχει κάνει. Το άρθρο γράφει πως η ζωή του έχει υπάρξει πολυτάραχη, αλλά και αυτό δυσκολεύομαι να το πιστέψω. Είναι πάντως επηρεασμένος από τους σουρεαλιστές και το dada, λέει. Δεν μιλάει ποτέ, και αυτό δημιουργεί τη εντύπωση πως είτε ξέρει πολλά, είτε είναι τελείως ηλίθιος. Μια φορά μόνο έβγαλε μια απότομη και αυστηρή κραυγή, όταν κάποιοι νεαροί γερμανοί έριξαν κατά λάθος μια καρέκλα κάτω. Δεν τους μάλωσε, απλά τους έδωσε να καταλάβουν πως κάποια πράγματα δεν πρέπει να συμβαίνουν εδώ μέσα. Δίνει πάντως την εντύπωση πως αυτός και το μπαρ είναι ένα πράγμα. Με συμπαθεί ο Πέτερ, αν και δεν μου έχει μιλήσει ποτέ, ίσα-ίσα για να παραγγείλει καφέ ή μπίρα. Μετά κάθεται και κοιτάει έξω τον δρόμο, ενώ όταν βραδιάζει κοιτάει μέσα τους πελάτες. Έχει κάποιους πίνακες του κρεμασμένους στους τοίχους του μπαρ, προς πώληση. Δεν έχει αγοράσει ποτέ κανένας, τουλάχιστον όχι όσο δουλεύω εγώ. Ο Πέτερ δεν πληρώνει ποτέ. Θα έχει τους λόγους του φαντάζομαι. Το ίδιο και το αφεντικό που μου είπε να μην του παίρνω ποτέ λεφτά.

Το μπαρ το καθαρίζει ο Udo. Δεν ξέρω πότε έρχεται, αλλά δεν με νοιάζει κιόλας. Μου αρκεί που δεν χρειάζεται εγώ να σκουπίζω και να καθαρίζω τις τουαλέτες. Αν μου ζητούσε το αφεντικό να της καθαρίσω μπορεί και να μην ξανά-δούλευα εδώ. Δεν θα με ένοιαζε να σκουπίζω το πάτωμα, φαντάζομαι, αλλά με τίποτα δεν θα καθάριζα τις τουαλέτες. Ο Udo μοιάζει με πρώην πρεζάκια, του λείπουν σχεδόν όλα τα δόντια, και έχει και μια γυαλάδα το βλέμμα του. Αλλά μπορεί απλώς να είναι και πρώην τρελός. Ο Udo έχει κόλλημα με το ποδοσφαιράκι. Αν καταφέρει και κανέναν άλλο παίζουν μαζί. Αλλά συνήθως παίζει μόνος του. Και χάνει.

Μερικές φορές έρχονται και όμορφα κορίτσια, αλλά ακόμα και αυτά, δεν φλερτάρουν. Δεν έχω καταλάβει αν το φλερτ είναι κάτι που δεν γνωρίζουν ή δεν ενδιαφέρει τους Γερμανούς. Όταν κυκλοφορείς στην πόλη βλέπεις πολλά ζευγάρια, και αρκετά συχνά κοιτώντας τους αναρωτιέμαι που στο διάολο και με ποιο τρόπο γνωρίστηκαν. Αμφιβάλλω αν φλέρταραν. Το γεγονός πως κυκλοφορούν και τόσα πολλά παιδιά, και μανάδες με καροτσάκια, σίγουρα δείχνει πως οι Γερμανοί πηδιούνται. Παρόλα αυτά, δεν φλερτάρουν. Ούτε στο δρόμο, ούτε στα μαγαζιά, ούτε στα πάρτι. Μερικές φορές, συνήθως Παρασκευή ή Σάββατο, όταν έχουν πιει αρκετά, οι Γερμανοί γίνονται πιο εκδηλωτικοί. Το ίδιο παθαίνουν όταν βγαίνει ο ήλιος. Αλλά τον περισσότερο καιρό είναι μαζεμένοι και μουντοί. Σαν τον καιρό τους. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως δεν είναι ενδιαφέροντες ή ευγενικοί.

Το αφεντικό δεν πληρώνει πολλά, αλλά σχεδόν κανένα μπαρ στο Βερολίνο δεν πληρώνει καλά τους υπαλλήλους του. Αλλά οι γερμανοί (και όσοι έχουν ζήσει καιρό εδώ) αφήνουν πάντα καλά πουρμπουάρ.

Επειδή το αφεντικό μας δίνει λίγα, όλοι σχεδόν τσιμπάνε και κάποιο συμπλήρωμα. Δεν είμαι σίγουρος αλλά το πιο πιθανό είναι πως το αφεντικό το ξέρει αυτό. Νομίζω πως κάνει τα στραβά μάτια, στο βαθμό που δεν το γαμάνε οι υπάλληλοι.

Πρόσφατα, την πάτησα. Λίγο πριν κλείσω το μαγαζί, μετά από μια μεγάλη και κουραστική βάρδια, το αφεντικό μέτρησε τα λεφτά που είχε το ταμείο. Εγώ δεν το πρόσεξα αυτό, καθώς εκείνη την στιγμή έβαζα μπίρες ή ποτά/έπλενα ποτήρια/άδειαζα τασάκια/έβαζα μουσική/γέμιζα τα ψυγεία/έπαιρνα παραγγελίες. Όπως και να έχει την επόμενη φορά που πήγα για δουλειά το αφεντικό ξεστόμισε την ατάκα που δεν θέλεις ποτέ, μα ποτέ, να ακούς από κανέναν: «πρέπει να μιλήσουμε».

Ήμουν σχεδόν σίγουρος πως θα με απολύσει, παρόλο που το ποσό που έλειπε δεν ήταν δα και τόσο μεγάλο. Περιέργως, δεν το έκανε. Ίσως να φταίει το γεγονός ότι την ίδια εβδομάδα παραιτήθηκαν άλλοι δύο που δούλευαν εκεί, και πως δεν έχει άλλους. Εγώ πάντως δημιούργησα (όχι και πολύ πετυχημένα) μια γκρίζα ζώνη ανάμεσα στο «έκλεψα» και το «έκανα λάθος στο μέτρημα», και αφού τα είπαμε, συμφωνήσαμε να επιστρέψω το «λάθος» ή «κλεμμένο» ποσό. Πριν φύγει το αφεντικό εκείνο το βράδυ, μου είπε να περάσω την επόμενη να συζητήσουμε για το Σάββατο.

Όταν πήγα όμως την άλλη μέρα, δεν ήταν εκεί. Θα προτιμούσα να με είχε απολύσει επιτόπου, γιατί έτσι θα μπορούσα να της πω πως τα λεφτά που πληρώνει είναι για τον πούτσο οπότε λογικό είναι ο κόσμος που δουλεύει εκεί να συμπληρώνει. Δεν το έκανε όμως και έτσι μου στέρησε την δυνατότητα να τσαμπουκαλευτώ. Άφησα 20 ευρώ και έφυγα.

Advertisements