Πουλάω εμπειρία, τι να κάνουμε. Δεν το έχεις νιώσει ρε ιωάννα αν δεν έχεις ζήσει χρόνια έξω. Αλλά πικρή εμπειρία. Που αν σου την πω, θα γελάς και θα με κοροϊδεύεις για πολύ καιρό. Άκου λοιπον να δεις, τι ύπουλα παιχνίδα κρύβει η ιστορία: την πατάς, ιωάννα μου, με τις πιο μαλακισμένες φάσεις.

Βάζεις π.χ. youtube, κάποιο ελληνικό κομμάτι. Και ξεκινάς να πλένεις τα πιάτα. Ως εδώ καλά. Και τσουπ, εκεί που έχεις σαπουνιαστεί, εκεί που στάζεις και είναι τα χέρια σου ανήμπορα να πατήσουν το γαμημένο το κουμπάκι, εκεί λοιπόν, ξεκινάει το autoplay, αυτή η μαλακία, και το επόμενο κομμάτι βγαίνει πυξ-λαξ· ή αλκίνοος ιωαννίδης· ή κότσιρας. Ω θεέ μου. Και το ακούς. Και στην αρχή γελάς με την εικόνα μιας 14χρονης (μάλλον παχουλής με σιδεράκια) που φτάχνει playlist και θεωρεί συνετό να κολλήσει τρύπες με μαχαιρίτσα γιατί αυτό είναι έντεχνο ροκ. Αλλά αφού έχεις φάει το πρώτο σόκ, έχεις χαμογελάσει χαιρέκακα, έχεις βλαστημήσει τα νερά και τα σαπούνια που ακόμα στάζουν, τρυπώνει ύπουλη μια νοσταλγία τόση δα. Και στην αρχή δεν είναι παρά μια υπόκωφη μνήμη, σαν εκείνες τις στιγμές που χάνεις ένα χτύπο της καρδιάς σου. Αλλά σιγά-σιγά αποκτάει σάρκα και οστά· και ο κότσιρας πάυει να θυμίζει ένα γελοίο κούρεμα, κάποιο λυπηρό βίντεο-κλιπ στο mad, φεύγει η αίσθηση πως έχεις κολλήσει σε ένα κτελ με ένα μάτσο πρωτοετείς εαακίτες. Και ξαφνικά, ξεκολλάνε ένας-ένας οι συνειρμοί της καυλο-κατάθλιψης των φοιτητών, όλο το πλαίσιο μέσα στο οποίο αναγνώριζες, ταξινομούσες και, εν τέλει, απέρριπτες τους μικροαστικούς νταλκάδες μιας σαβανωμένης νεολαίας. Και θυμάσαι, έναντι, ένα βράδυ. Κάποιο καλοκαίρι. Σίγουρα ένα κορίτσι.

Και την πατάς. Εκεί που πλένεις τα πιάτα. Σα μαλάκας.

Και φεύγει το μυαλό. Και αρχίζει μια επιτάχυνση, ρε ιωάννα, που μόνο η απόσταση χαρίζει. Σαν την φωτοβολίδα του περίδη. Τόσο χάλια. Και ξάφνου, όλη αυτή η χαζομάρα και η επιδερμικότητα που πρωτοκολλήθηκε ως έντεχνο, δεν είναι πια αυτό. Και δεν μπορείς να γελάσεις, γιατί κάτι κούμπωσε μέσα σου. Σαν να θέλεις να κλάψεις (αν είναι δυνατόν!), ποιος, εσύ που δεν έκλαψες όταν πέθανε ο νίκος. Και όλα τα δίκαια βρισίδια που είχες ρίξει όταν έβαζε η λιτσα λάμψη στο ραδιόφωνο στην αποθήκη σβήνονται. Και -άκου να δεις- με αφορμή μια κοτσάνα του αλκίνοου, βάζεις κάτω την ζωή σου -ακούς; την ζωή σου, και λες, μήπως τελικά έκανα μαλακία; Μήπως δεν έπρεπε; Κι αν δεν είχα φύγει; Ποιος με έχει ξεχάσει ήδη; Και ό,τι έχεις, εδώ στα ξένα, θολώνει και χάνει την σημασία του. Και ό,τι είχες, εκεί, μεταμορφώνεται σε κόμπο.

Και πριν καλά-καλά καταλάβεις τι έχει συμβεί, ιωάννα μου, έχεις ακούσει όλη την playlist της 14χρονης. Τόσο χάλια.

Advertisements